Του Μητροπολίτη Άρτης κ. Ιγνατίου

 

Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η επί τετρακόσια χρόνια δουλεία στους Τούρκους κατακτητές υπήρξε σκληρή και οδυνηρή, με φοβερές και καταστρεπτικές συνέπειες. Η Επανάσταση του 1821, ο σύμψυχος ξεσηκωμός των υποδούλων Ελλήνων, «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», υπήρξε μια δυναμική έκφραση της αδούλωτης ψυχής των Ελλήνων, οι οποίοι επλήρωσαν με μεγάλες θυσίες και άφθονο αίμα τούτο τον ιερό αγώνα.

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και στους αγώνες του 1821 πρωτοστάτησε η Εκκλησία μας. Ο ρόλος της ουσιαστικός, πολυδιάστατος, δυναμικός και καθοριστικός. Καταγράφηκε, αξιολογήθηκε και αναδείχθηκε από πολλούς ιστορικούς και άλλους μελετητές, αλλά και από τη διαχρονική κοινή συνείδηση του λαού μας, ο οποίος εβίωσε «στο πετσί του» τον πόνο και το δάκρυ της δουλείας, τον πόθο και τη νοσταλγία της ελευθερίας.

Δέχθηκε, όμως, ο ρόλος της και την αμφισβήτηση, τη διαβολή και τη διαστροφή από εκείνους που πάσχουν από εγωιστικές και αθεϊστικές αγκυλώσεις, από άκρατο υποκειμενισμό και ψεύτικο προοδευτισμό. Και από όλους αυτούς που εγκλωβισμένοι στην πλούσια υλιστική αυτάρκεια και ευδαιμονία τους, μεθυσμένοι από την ψευδώνυμη γνώση και την υλιστική θεώρηση της ζωής, δεν μπορούν να κρίνουν αντικειμενικά. Δεν έχουν τη δύναμη να ελευθερωθούν από τις μικρόψυχες μεθοδεύσεις και εκτιμήσεις τού σήμερα και να αναχθούν στο χθες. Δεν μπορούν να προσεγγίσουν με δέος και αντικειμενικότητα τα ιστορικά γεγονότα, τα πρόσωπα, τις καταστάσεις, τον καημό και τον πόνο των αγωνιστών του 1821, την πίστη στον Θεό και την αγάπη στην πατρίδα, τον πόθο και τον έρωτα της ελευθερίας.

Βεβαίως, απαιτείται προσοχή και σοβαρότητα στις υπερβολικές περιγραφές, στις εξιδανικευμένες εκτιμήσεις προσώπων και γεγονότων, στις υποκειμενικές θεωρήσεις.

Όλοι μας έχουμε χρέος να στεκόμαστε με πολύ σεβασμό μπροστά στην Ιστορία. Να μελετούμε με προσοχή τα γεγονότα, να τα προσεγγίζουμε με θρησκευτική ευλάβεια και διάκριση και να καταγράφουμε τα διαχρονικά και ωφέλιμα μηνύματά της, που καταξιώνουν την προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή μας και δίνουν μεγάλη δυναμική στην αγωνιστική εγκόσμια πορεία μας, με την αιώνια διάσταση και προοπτική της.

Στο σημείο αυτό θα αναφέρω την τελευταία παράγραφο της ωραίας εισηγήσεως του εκλεκτού καθηγητού κ. Κρικώνη, ο οποίος επιγραμματικά και εκφραστικά προσδιορίζει την προσφορά της Εκκλησίας κατά τη ζοφερά περίοδο της Τουρκοκρατίας.

«Γενικώς και εν συμπεράσματι», γράφει ο κ. Κρικώνης «δέον να λεχθεί ότι η Εκκλησία, κατά την μακρά και σκοτεινή περίοδο της δουλείας, ανέλαβε, ως φιλόστοργος μητέρα, την κηδεμονία των Ελλήνων, απεσόβησε την αφομοίωση του ελληνικού λαού από τους κατακτητές, εμπόδισε τους εξισλαμισμούς και ανέδειξε μέγα αριθμό λογίων, κληρικών και διδασκάλων. Προσέτι, ίδρυσε σχολεία και εφρόντισε για την λειτουργία τους, διετήρησε βιβλιοθήκες, συνέστησε τυπογραφεία, εξέδωσε βιβλία, έδειξε ενδιαφέρον για την διαφύλαξη των θησαυρών της ελληνικής εκκλησιαστικής φιλολογίας, της μοναδικής αυτής εθνικής κληρονομιάς και παρακαταθήκης του παρελθόντος. Εργάστηκε για την αναζωπύρωση της εθνικής συνειδήσεως, την διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και εθνικής παιδείας. Συνέβαλε προσέτι σημαντικώς στην κοινοτική οργάνωση και ανταποκρίθηκε πλήρως στην κοινωνική αποστολή της με την παροχή κάθε είδους βοηθείας προς τους πάσχοντες».

Με όλες αυτές τις δραστηριότητες η Εκκλησία μας κράτησε αναμμένη τη φλόγα της πίστεως και θέριεψε τον πόθο και την αποσταμένη ελπίδα της λευτεριάς. Και σφράγισε με τη θυσία και το αίμα των νεομαρτύρων και των ηρώων αυτόν τον υπέρτατο σκοπό της ζωής.

Για αυτό αποτελεί χρέος ιερό και ύψιστο καθήκον η καταγραφή και η ανάδειξη της προσφοράς της, όπως αυτή θα παρουσιασθεί μέσα από τις εισηγήσεις των δέκα προγραμματισθέντων συνεδρίων, τα οποία θα ολοκληρωθούν το 2021, με τη συμπλήρωση 200 ετών από την Επανάσταση του 1821.

Καιρός, λοιπόν, για ηθική, πνευματική και εθνική αφύπνιση. Και σήμερα η κοινωνία μας συνταράσσεται, συγκλονίζεται, δοκιμάζεται σκληρά. Η ηθική και υλική κρίση έφερε τραγικές συνέπειες και προμηνύονται χειρότερα. Όλοι μας αγωνιούμε για το μέλλον.

Όμως, η Εκκλησία μας, που είναι ο «Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας», είναι η ελπίδα του κόσμου.

Ο Χριστός είναι «το φως του κόσμου», «η οδός, η αλήθεια και η ζωή». Η ζωή και η Ανάσταση. Μέσα στη μητρική αγκαλιά της Εκκλησίας, ενωμένοι «εν αγάπη και αληθεία», βιώνουμε, διά της χάριτος των ιερών Μυστηρίων, τη λύτρωση, τον αγιασμό, τη θέωση. Ζούμε την εν Χριστώ ζωή, τη σταυραναστάσιμη ζωή (τη ζωή που αναδεικνύει πάντοτε τους πνευματικούς διδασκάλους, τους αγίους και τα ιερά αυτού του έθνους).

Έτσι μόνον θα μπορέσουμε -και είναι επιτακτική η ανάγκη και επείγον το κάλεσμα της εποχής- και εμείς, με συνέπεια και αυθεντικότητα, να δώσουμε την καλή μαρτυρία και ομολογία της πίστεως, για να ζήσει ο κόσμος, για να αλλάξει η κοινωνία μας, για να στηριχθεί η οικογένεια, για να ανανεωθεί η παιδεία μας, για να βοηθηθούν οι νέοι μας, για να έχουμε ένα αύριο με καλύτερη προοπτική, περισσότερη ανθρωπιά, ισχυρότερη δημοκρατία και αληθινή ελευθερία. Για να διαφυλάξουμε, να αναδομήσουμε και να προβάλουμε, σε χρόνους δύσκολους και χαλεπούς, τη μεγάλη, την εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική μας ταυτότητα και παράδοση. Κι ας μην το ξεχνάμε ποτέ πως τούτος ο δρόμος, αυτή η πορεία, απαιτεί μεγάλους αγώνες και βαριές θυσίες.