Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με επιστολή της προς τον υπουργό Εργασίας, Δημ. Στρατούλη, ζητά διευκρινίσεις για την εξαίρεση ανασφάλιστων υπερηλίκων μοναχών από την κοινωνική παροχή.

«Το Κράτος, πολλώ γε μάλλον μια θρησκευτικά ουδέτερη κυβέρνηση, δεν μπορεί να επικαλείται ως νομοθετικό επιχείρημα το γεγονός των θρησκευτικών πεποιθήσεων και του τρόπου ζωής που επέλεξε κάποιος δικαιούχος, και μάλιστα σε βάρος του, δηλαδή προκειμένου να τον εξαιρέσει από τη συμμετοχή σε κοινωνικά δικαιώματα, παρ’ ότι πληροί τις γενικώς ισχύουσες προϋποθέσεις που ο νόμος τάσσει. Και είναι μάλλον άδικο και άνισο η επίμαχη κοινωνική παροχή να χορηγείται σε άλλες κατηγορίες ανασφάλιστων υπερηλίκων, ημεδαπών ή αλλοδαπών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, και όχι σε ορισμένους Έλληνες πολίτες, επίσης ανασφάλιστους ηλικιωμένους, με το επιχείρημα ότι επέλεξαν να διαμένουν σε μια Ιερά Μονή λόγω της θρησκευτικής τους επιλογής να ακολουθήσουν την άσκηση του μοναχικού βίου», τονίζει σε ανακοίνωσή της Ιερά Σύνοδος.

Όπως αναφέρεται στην επιστολή «η αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου υπό το άρθρο 30 (σελίς 22 αιτιολ. εκθέσεως) διευκρινίζει, χωρίς αυτό να επαναλαμβάνεται και στο κείμενο του άρθρου 30, ότι: «Τέλος, εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του Ν. 4093/2012 σύμφωνα με την οποία δεν δικαιούνται της σχετικής παροχής οι μοναχοί/ες που διαμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης, ανεξαρτήτως λοιπών προϋποθέσεων». Συνεπώς, ο νομοθέτης έχει την πρόθεση να διατηρήσει την εξαίρεση από τη σύνταξη ανασφάλιστων ηλικιωμένων, η οποία υπήρχε στο άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ.6 περίπτωση 5 εδάφ. β του νόμου 4093/2012 («Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι διαμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές … »).

Για την τελευταία αυτή διάταξη η Ιερά Σύνοδος είχε και κατά το παρελθόν διατυπώσει τη διαφωνία της, καθώς εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση κατά τη χορήγηση κοινωνικής παροχής με κριτήριο τη θρησκευτική πίστη και τον τρόπο πνευματικής ζωής του δικαιούχου ανασφάλιστου υπερήλικα.

«Προφανώς», αναφέρεται στην επιστολή, «ο συντάκτης της διατάξεως είχε την πεπλανημένη εντύπωση ότι κοινοβιακή ζωή σημαίνει ότι όσοι εγκαταβιούν σε Ιερά Μονή έχουν μόνο δικαιώματα διατροφής, περίθαλψης, φροντίδας κ.λπ. από κάποιο υποτιθέμενο ταμείο με ανεξάντλητα έσοδα, που έχει η Ιερά Μονή. Το αντίθετο ισχύει και συμβαίνει: οι μοναχοί δεν συντηρούνται από τις Μονές, συντηρούν τις Μονές και τις Αδελφότητες, διότι κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποτίθεται ότι όσοι εγκαταβιούν σε Ιερά Μονή υπόσχονται να είναι ακτήμονες και έχουν υποχρέωση να παραχωρούν τα εισοδήματά τους και την προσωπική τους εργασία, ώστε να συνεισφέρουν στις κοινές ανάγκες της Αδελφότητος της Μονής. Ο κοινοβιακός τρόπος ζωής στα ορθόδοξα μοναστήρια είναι άσκηση αμοιβαίας περιχωρήσεως μεταξύ των μελών της Αδελφότητος και κοινής συμβολής στις υλικές ανάγκες, όχι απόλαυση επιδομάτων και παροχών που χορηγεί η Μονή, όπως μάλλον υπέθεσε ο νομοθέτης του νόμου 4093/2012 και φαίνεται να πιστεύει και η αιτιολογική έκθεση του εν θέματι νομοσχεδίου».

Και η επιστολή καταλήγει: «Θεωρούμε ότι υπό το ισχύον Σύνταγμα (4 παρ. 1, 13, 21 παρ. 3), όπως δεν ενδιαφέρει τον νομοθέτη, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων απονομής του συγκεκριμένου κοινωνικού δικαιώματος, εάν ο ανασφάλιστος υπερήλικας φιλοξενείται κάπου ή εάν τρίτος έχει αναλάβει τα έξοδα διαβιώσεώς του ή όχι (εκτός εάν λαμβάνει άλλη σύνταξη), ομοίως δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει εάν ο ανασφάλιστος υπερήλικας διαβιοί σε Ιερά Μονή λόγω της συνειδησιακής επιλογής του να ακολουθήσει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής βάσει των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Και τούτο, κυρίως αφού, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, η κοινοβιακή ζωή δεν σημαίνει απόλαυση δικαιωμάτων, αλλά συμμετοχή σε κοινές υποχρεώσεις. Το κράτος, πολλώ γε μάλλον μια θρησκευτικά ουδέτερη κυβέρνηση, δεν μπορεί να επικαλείται ως νομοθετικό επιχείρημα το γεγονός των θρησκευτικών πεποιθήσεων και του τρόπου ζωής που επέλεξε κάποιος δικαιούχος και μάλιστα σε βάρος του, δηλαδή προκειμένου να τον εξαιρέσει από τη συμμετοχή σε κοινωνικά δικαιώματα, παρ’ ότι πληροί τις γενικώς ισχύουσες προϋποθέσεις που ο νόμος τάσσει. Και είναι μάλλον άδικο και άνισο η επίμαχη κοινωνική παροχή να χορηγείται σε άλλες κατηγορίες ανασφάλιστων υπερηλίκων, ημεδαπών ή αλλοδαπών που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, και όχι σε ορισμένους Έλληνες πολίτες, επίσης ανασφάλιστους ηλικιωμένους, με το επιχείρημα ότι επέλεξαν να διαμένουν σε μία Ιερά Μονή λόγω της θρησκευτικής τους επιλογής να ακολουθήσουν την άσκηση του μοναχικού βίου».