Του Γιώργου Θεοχάρη

 

«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά» τραγουδούμε στον εθνικό μας ύμνο. Η ελευθερία βγήκε από τα κόκαλα των Ελλήνων που πέθαναν για αυτήν, για αυτό τα κόκαλα αυτά είναι για μας ιερά.

Δεν μιλάμε για στάχτες, ούτε μπορούμε να αλλάξουμε τον εθνικό ύμνο. Για την Εκκλησία μας ο άνθρωπος είναι μια ψυχοσωματική οντότητα, σώμα και ψυχή μαζί αρρήκτως ενωμένα. Δεν είναι ούτε μόνο σώμα, ύλη, ούτε μόνο πνεύμα, ψυχή. Μετά την ανάσταση των νεκρών, κάθε άνθρωπος θα λάβει το σώμα του αφθαρτοποιημένο, δηλαδή σε μια κατάσταση διαφορετική από τη σημερινή κατάσταση φθοράς, και θα κριθεί με αυτό το σώμα.

Συνεπώς, το σώμα το οποίο πεθαίνει είναι ιερό. Έχει υπάρξει ναός του Αγίου Πνεύματος. Την πραγματικότητα αυτήν μας υπενθυμίζουν τα άφθαρτα και μυροβλύζοντα λείψανα, τα μη άφθαρτα, αλλά θαυματουργά και ευωδιάζοντα άγια λείψανα, τα λουλούδια που βάζουμε στους αγαπημένους μας νεκρούς, το αγκάλιασμα των αγαπημένων μας νεκρών ως έκφραση της αγάπης μας, το δάκρυ μας που πέφτει στο νεκρό σώμα τους.

Εάν οι νεκροί καίγονταν, δεν θα είχαμε ούτε άφθαρτα σώματα, όπως το 500 ετών του Αγίου Αλεξάνδρου Σβιρ, ούτε άγια λείψανα.

Η καύση του νεκρού σώματος είναι μια πράξη βίαιης καταστροφής του, η οποία προσβάλλει την ιερότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, την ιερότητα του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής οντότητας.

Όπως δεν είναι δυνατόν να καύσει κανείς έναν άνθρωπο όταν είναι ζωντανός, έτσι δεν μπορεί να τον καύσει και όταν είναι νεκρός.

Γιατί, μπορεί ο άνθρωπος να έχει πεθάνει, αλλά η ψυχή του ζει, το δε σώμα του θα αναστηθεί στη Δευτέρα Παρουσία και με την καύση του προσβάλλεις αυτόν τον άνθρωπο, που για μας φαίνεται νεκρός, αλλά για τον Θεό είναι ζωντανός.

Προσβάλλοντας, όμως, τον άνθρωπο, προσβάλλεις τον Θεό, που τον έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του.

Όπως δεν καίμε τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, γιατί με αυτό τον τρόπο Τους προσβάλλουμε, έτσι δεν καίμε και την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο.

Εννοείται, φυσικά, ότι, όπως και στις εικόνες, δεν λατρεύω το λείψανο, κάτι που θα ήταν ειδωλολατρία. Το θάβω με τις ευχές της Εκκλησίας, την αγάπη προς τον κεκοιμημένο και τις τιμές που του αρμόζουν.

Μα, θα μπορούσε κάποιος να πει, όταν το ζητεί ο ίδιος ο νεκρός, και του έχουμε πει «ναι», μπορούμε μετά να μην εκπληρώσουμε την επιθυμία του;

Η απάντηση είναι ότι φυσικά και μπορούμε, διότι μετά τον θάνατό του ο άνθρωπος αυτός που μας είπε να τον καύσουμε βρίσκεται πλέον στα χέρια του Θεού και ασφαλώς βλέπει την πραγματικότητα με διαφορετικά μάτια και ήδη έχει μετανοήσει για αυτό που έχει ζητήσει. Συνεπώς, όχι μόνο δεν βλάπτουμε την ψυχή του, θάπτοντάς τον κανονικά, αλλά την ωφελούμε.

Για αυτό και η εξαγγελία αποτεφρωτηρίων από τον υπουργό, κ. Σκουρλέτη, δεν είναι μια πράξη προόδου, αλλά μια πράξη βίας κατά του ανθρώπου, μια πράξη προσβολής του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής οντότητας, μια πράξη προσβολής της ιερότητας της ανθρώπινης υπάρξεως. Και κάθε πράξη βίας είναι πράξη σκοταδισμού. Είναι, σε τελική ανάλυση, μια πράξη απάνθρωπη, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, που «απο-ανθρωπο-ποιεί» τον άνθρωπο και τον κατεβάζει ούτε καν στα επίπεδα του ζώου. Γιατί και αυτά τα ευλογημένα δεν καίγονται, αλλά ο Θεός τα αφήνει να σβήσουν στη γη.

Για τους παραπάνω λόγους, ως χριστιανός και Έλληνας, δεν μπορώ να καίω τους αγαπημένους μου νεκρούς, ούτε μπορώ να δεχθώ την καύση ανθρώπων από την Πολιτεία, αλλά την καταδικάζω ως μια απάνθρωπη πράξη βίας εναντίον τους.

Ειδικά το Άγιον Όρος είναι ένας χώρος όπου τα οστά όλων των κεκοιμημένων πατέρων, από την αρχή που ιδρύθηκαν οι μονές μέχρι σήμερα, φυλάσσονται με ευλάβεια, μετά την εκταφή τους, σε ειδικούς χώρους, τα οστεοφυλάκια.

Κάθε Σάββατο γίνεται εκεί μνημόσυνο για τις ψυχές τους. Διηγούνται ότι πριν από λίγες δεκαετίες, στη Μονή Διονυσίου, ανήμερα το Πάσχα, κάποιος μοναχός πήγε στο οστεοφυλάκιο για να πει στους πατέρες το «Χριστός ανέστη». Και οι κεκοιμημένοι τού απάντησαν: «Αληθώς ανέστη»! Αυτό το «αληθώς ανέστη» δεν βγήκε ούτε από στάχτες ούτε από τεφροδόχους. Βγήκε από «τα κόκαλα τα ιερά» του Διονυσίου Σολωμού. Γιατί είτε πεθαίνεις για την ελευθερία της χριστιανικής Ελλάδας είτε για τον Χριστό είναι το ίδιο.