Του Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου – Φιλολόγου, υπ. Διδάκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών

 

   «Την αγάπην, επειδή δεν την ηξεύρετε, πρέπει, παιδία μου, να στερεώνετε σχολεία. Διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τί εστί ο Θεός, το τί είναι οι άγιοι Άγγελοι, τί είναι οι καταραμένοι δαίμονες και το τί είναι η αρετή των δικαίων. Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομμάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια» (Διδαχή ΣΤ΄ Αγίου Κοσμά).

   Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στα 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ’ άλλους στον Ταξιάρχη) της επαρχίας Αποκούρου στην Αιτωλία. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη Μονή της Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά της επαρχίας των Αγράφων. Διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λομποτινά της ορεινής Ναυπακτίας και δίδαξε σε όλη την περιφέρεια του νομού. Αργότερα, στην προσπάθειά του να πληρώσει την ασίγαστη επιθυμία του για γνώση, παρακολούθησε μαθήματα στην Αθωνιάδα Σχολή, με διδασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη. Συγχρόνως, επιδόθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων, μελέτη στην οποία αναπαυόταν το ιδιαίτερα ανήσυχο και φιλόχριστο πνεύμα του. Στα 1759 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους, εφησυχάζοντας και καλλιεργώντας την αδιάλειπτη και νοερά προσευχή και την αγιαστική υπακοή προς όλους. Φλεγόμενος από την ιερό πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος και να συνδράμει στον κατά Θεό φωτισμό του, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και απέσπασε κηρυγματική άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σεραφείμ Β'. Στα 1760, περίπου σε ηλικία 46 ετών, αρχίζει το τεράστιο ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνεχίζει για μία περίπου εικοσαετία και τον οδηγεί στο επισφράγισμα του ιερού μαρτυρίου.

   Ο Άγιος Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερις περιοδείες, σχεδόν σ΄ όλες τις περιοχές όπου απλωνόταν το ελληνικό στοιχείο. Στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως και Θράκης, στην ευρύτερη Αχαΐα, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, στην Αλβανία, ακόμη και στη Νότια Σερβία. Η επίδραση του κηρύγματός του ήταν καθολική και επέφερε την ουσιαστική και αβίαστη αποδοχή του από τον υπόδουλο ελληνισμό. Μετά από συκοφαντίες Εβραίων στις τουρκικές αρχές ως υποχείριο ρωσικής προπαγάνδας και υποκινητής επανάστασης, συνελήφθη και κρεμάσθηκε από δένδρο στις 24 Αυγούστου 1779. Ενταφιάστηκε κοντά στο χωριό Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου και επίσημα ανακηρύχθηκε άγιος στα 1961.

   Η εποχή του Αγίου Κοσμά χαρακτηρίζεται από τη θεοποίηση της επιστήμης και την υποτίμηση της εκκλησιαστικής πίστης, καθώς το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την αγιότητα στην κοσμική και ανθρωποκεντρική σοφία! Η κατάσταση στον ιστορικό ελληνικό χώρο είναι ζοφερή. Η αναρχία και η ληστεία κυριαρχούν, οι συνεχείς πόλεμοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (με Ρώσους και Αυστριακούς) διατηρούν μία έκρυθμη κοινωνική ανησυχία και αβεβαιότητα. Οι μεταναστεύσεις και οι αβάσταχτες φορολογίες, οι συνεχείς εξισλαμισμοί, η πνευματική και ηθική κατάπτωση του ιερού κλήρου, η απαιδευσιά και η ηθική εξαθλίωση του λαού αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά μιας περιόδου που κυριαρχούσε η δουλοπρέπεια, η πονηρία και ο δόλος. Οι διάφορες κοινωνικές ομάδες αντιμάχονταν και αλληλομισιούνταν.

   Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Αγιος Κοσμάς αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του. Επιλέγει έναν αποστολικό τρόπο πνευματικής οικοδομής, την περιοδεία. Περιοδεύει για είκοσι περίπου χρόνια, διανθίζοντας όλη την ελληνική επικράτεια με τα νάματα της χριστιανικής αλήθειας, χωρίς να παύει να ορθοτομεί, να ελέγχει «εν Χριστώ» και να διδάσκει ορθόδοξο φρόνημα και ήθος! «Και δεν είναι μονάχα το παιδομάζωμα και οι εξωμοσίες, δεν είναι ο τρόμος από την Ανατολή, από τους αλλόθρησκους Αγαρηνούς, είναι και από την Δύση, από τους αιρετικούς, τους Φράγκους, από τους Προτεστάντες, τους Φραγκοτεύτονες. Οι Λατίνοι, οι παπικοί εκμεταλλεύονται τη σκλαβιά των Ρωμαίων στους Αγαρηνούς και κάνουν χίλια δύο να τους σύρουν με την βία στην πίστη τους την κάλπικη, τη διαβολική».

   Το κήρυγμα του Πατροκοσμά στρέφεται στην ευρύτερη λαϊκή βάση. Είχε πιστεύσει άλλωστε ο ίδιος στη δυναμική της λαϊκής βάσης, κοινωνική βαθμίδα που διατηρεί εντός της "ζωντανή" την Παράδοση του Γένους. Η γλωσσική και υφολογική του απλότητα δεν οφειλόταν βέβαια στη δική του ανεπαρκή παιδεία, καθώς ο ίδιος κατείχε υψηλή για την εποχή του μόρφωση. Η συγκεκριμένη τακτική και γλωσσική μέθοδος εξυπηρετούσε την προσπάθειά του να προσεγγίσει ορθότερα και αμεσότερα το ακροατήριό του.

Την εθναποστολική του μαρτυρία ο Αγιος Κοσμάς στήριζε στη γνησιότητα της πίστεως, με άλλα λόγια στον αυθεντικό και αποκεκαλυμμένο τρόπο σκέψης-πίστης και δράσης. Έτσι, «χάριτι Θεού» κατόρθωνε να παρηγορεί και παρακλητικά να στηρίζει και να ενδυναμώνει ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. «Περιερχόμενος ο Άγιος την υπαίθριον χώραν μετά βαθυτάτης λύπης διεπίστωσεν, ότι ελληνικά σχολεία δεν υπήρχον… Χάρις εις τας ενεργείας του Αγίου, 210 Ελληνικά σχολεία εκτίσθησαν, ως και 1.100 άλλα κατώτερα σχολεία ήρχισαν να λειτουργούν, εις τα οποία εδιδάσκοντο οι Ελληνόπαιδες ανάγνωσιν και γραφήν. Φως έλαμψεν εις τους εν τω ζοφερώ σκότος της αμαθείας καθημένους, φως χριστιανικής παιδείας, το οποίον ήναψεν ο πυρφόρος ΄Αγιος. Ένας αυτός, ανεπλήρωσε την έλλειψιν Υπουργείου Παιδείας κατά τους χρόνους εκείνους της Τουρκοκρατίας».

   Εισέτι, το κήρυγμά του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία που προβαλλόταν ως το οντολογικό θεμέλιο του ορθόδοξου ήθους. «Από την πίστη προχωρούσε το κήρυγμα του στον ίδιο τον άνθρωπο, στο ανθρώπινο Εγώ. Γιατί από την ορθόδοξη πίστη μετουσιώνεται σε φρόνημα, πηγάζει το ορθόδοξο ήθος, ο ορθόδοξος τρόπος ύπαρξης». Δίκαια, λοιπόν, το όλο ιεραποστολικό έργο του Πατροκοσμά χαρακτηρίζεται από έναν πνευματοκρατικό ρεαλισμό, με απώτερο στόχο μία χριστοκεντρική κοινωνία.