Toυ Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

Επί σοι, Κύριε2, ήλπισα, μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα· εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαί με και εξελού με. 3κλίνον προς με το ούς σου, τάχυνον του εξελέσθαι με· γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις οίκον καταφυγής του σώσαί με. 4ότι κραταίωμά μου και καταφυγή μου ει συ και ένεκεν του ονόματός σου οδηγήσεις με και διαθρέψεις με· 5εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης, ης έκρυψάν μοι, ότι συ ει ο υπερασπιστής μου, Κύριε. 6εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου· ελυτρώσω με, Κύριε ο Θεός της αληθείας. 7εμίσησας τους διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενής· εγώ δε επί τω Κυρίω ήλπισα. 8αγαλλιάσομαι και ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου, ότι επείδες την ταπείνωσίν μου, έσωσας εκ των αναγκών την ψυχήν μου 9και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, έστησας εν ευρυχώρω τους πόδας μου.

10ελέησόν με, Κύριε, ότι θλίβομαι· εταράχθη εν θυμώ ο οφθαλμός μου, η ψυχή μου και η γαστήρ μου. 11ότι εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς· ησθένησεν εν πτωχεία η ισχύς μου, και τα οστά μου εταράχθησαν. 12παρά πάντας τους εχθρούς μου εγενήθην όνειδος και τοις γείτοσί μου σφόδρα, και φόβος τοις γνωστοίς μου· οι θεωρούντες με έξω έφυγον απ᾿ εμού. 13επελήσθην ωσεί νεκρός από καρδίας, εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός. 14ότι ήκουσα ψόγον πολλών παροικούντων κυκλόθεν· εν τω επισυναχθήναι αυτούς άμα επ᾿ εμέ του λαβείν την ψυχήν μου εβουλεύσαντο. 15εγώ δε επί σοι ήλπισα, Κύριε, είπα· συ ει ο Θεός μου. 16εν ταίς χερσί σου οι κλήροί μου*· ρύσαί με εκ χειρός εχθρών μου και εκ των καταδιωκόντων με. 17επίφανον το πρόσωπόν σου επί τον δούλόν σου, σώσόν με εν τω ελέει σου. 18Κύριε, μη καταισχυνθείην, ότι επεκαλεσάμην σε· αισχυνθείησαν οι ασεβείς και καταχθείησαν εις άδου. 19άλαλα γενηθήτω τα χείλη τα δόλια τα λαλούντα κατά του δικαίου ανομίαν εν υπερηφανία και εξουδενώσει.

20ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου, Κύριε, ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε, εξειργάσω τοις ελπίζουσιν επί σε εναντίον των υιών των ανθρώπων. 21κατακρύψεις αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου από ταραχής ανθρώπων, σκεπάσεις αυτούς εν σκηνή από αντιλογίας γλωσσών. 22ευλογητός Κύριος, ότι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού εν πόλει περιοχής. 23εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. διά τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. 24αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού, ότι αληθείας εκζητεί Κύριος και ανταποδίδωσι τοις περισσώς ποιούσιν υπερηφανίαν. 25ανδρίζεσθε, και κραταιούσθω η καρδία υμών, πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον.

Για τον 30ο ψαλμό, που ερμηνεύουμε, είπαμε ότι αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος (στιχ. 2-9) αναφέρεται στο παρελθόν· το δεύτερο μέρος (στιχ. 10-19) αναφέρεται στο παρόν και το τρίτο μέρος (στιχ. 20-25) αναφέρεται στο μέλλον. Στην προηγούμενή μας μελέτη επί του ψαλμού είδαμε σύντομα το πρώτο μέρος στο οποίο ο ποιητής ομιλεί για παγίδες των εχθρών και υποθέσαμε ότι αυτές μάλλον είναι οι κακόβουλες συμβουλές του Αχιτόφελ κατά τα στρατηγικά του τεχνάσματα, με την υπόθεση βέβαια ότι ο ψαλμός είναι του Δαβίδ, όπως το θέλει η επιγραφή. Πάντως, σαν να έβλεπε ο ποιητής μας ότι διαλύονται οι εναντίον του επιθέσεις των εχθρών, γι᾽ αυτό και είπε με χαρά «Αγαλλιάσομαι και ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου, ότι επείδες επί την ταπείνωσίν μου» (στιχ. 8).

Στη σημερινή μας μελέτη θα εξετάσουμε δι᾽ ολίγων τον υπόλοιπο ψαλμό, τον αναφερόμενο στο παρόν και το μέλλον του ψαλμωδού. Τι συγκεκριμένο συμβαίνει στον ψαλμωδό μας;

1. Ο ψαλμωδός μας λέγει ότι «θλίβεται», ότι «εταράχθη εν θυμώ ο οφθαλμός του», ακόμη και η ψυχή του ή και η «κοιλιά» του (στιχ. 10). Από τις εκφράσεις αυτές δεν νομίζουμε ότι πρόκειται περί διαφορετικού κινδύνου από τον προηγούμενο, αλλά πρόκειται περί του ιδίου. Του δημιούργησε όμως η παγίδα του εχθρού Αχιτόφελ και τα καταχθόνια αυτού σχέδια μεγάλη ταραχή, ώστε αυτή να εκφράζεται και σωματικά και να λέει ο ψαλμωδός για πόνο κοιλιάς. Και δεν πρόκειται λοιπόν περί ασθενείας. Κρατούντες έτσι την ερμηνεία αυτή που εδώσαμε, ερμηνεύουμε και την επόμενη φράση του ψαλμωδού «τα οστά μου εταράχθησαν» (στιχ. 11).

Ο ποιητής μας λοιπόν ομιλεί για ψυχική του κατάπτωση, την οποία παριστά να επιφέρουν σ᾽ αυτόν τρεις παράγοντες: α) Οι εχθροί του. Γι᾽ αυτούς λέγει: «Παρά πάντας τους εχθρούς μου εγενήθην όνειδος» (στιχ. 42α). β) Οι γείτονές του (στιχ. 12β). Και γ) Οι από μακριά και από κοντά βλέποντες αυτόν και φεύγοντες απ’ αυτόν (στιχ. 12γ). Ε, πλέον από τις επιβουλές των εχθρών του ο ποιητής μας εδώ κατέστη επονείδιστος όλων και αυτό του έφερε ψυχική κατάπτωση. Τον έκαναν ένα σκεύος για πέταμα, γι᾽ αυτό και λέγει τέλος «εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός» (στιχ. 13). Στη συνέχεια μάλιστα ο ποιητής μας λέγει ότι οι εχθροί του διοργάνωναν συνωμοσίες εναντίον του με ψόγους των «παροικούντων κυκλόθεν» (στιχ. 14 και Ιερ. 20,10), με την προαπόφαση μάλιστα «του λαβείν την ψυχήν του» (του Δαβίδ· στιχ. 14). Τόσο θανατηφόρα ήταν τα σχέδια του Αχιτόφελ κατά του Δαβίδ.

Θα πρέπει όμως εδώ να θαυμάσουμε τη δυνατή πίστη του Δαβίδ, η οποία του δημιουργεί την ηρεμία και την αταραξία, γιατί γνωρίζει ότι η ψυχή μας είναι στα χέρια του Θεού και δεν πρόκειται λοιπόν να την προσβάλει κανείς. Γι᾽ αυτό και λέει ατάραχα «Συ ει ο Θεός μου· εν ταίς χερσί σου οι κλήροι μου» (στιχ. 15). Προσεύχεται όμως λέγοντας να τον σώσει ο Θεός από τους εχθρούς του και από τους καταδιώκοντές τον (στιχ. 16), να επιβλέψει το πρόσωπό του ευνοϊκό σ’ αυτόν και να τον σώσει (στιχ. 17) να μην καταντροπιαστεί αυτός γιατί αυτός είναι πιστός Του και τον επικαλείται. Αντίθετα ακόμη εύχεται να αισχυνθούν και να καταντροπιαστούν οι άνθρωποι οι οποίοι τον επιβουλεύονται με σκοπό να τον εξουδετερώσουν (στιχ. 18-19). Εδώ τελειώνει το δεύτερο μέρος του ψαλμού μας, το οποίο αναφέρεται στο παρόν.

2. Και εδώ που τελειώνει το δεύτερο μέρος του ψαλμού έχουμε και αλλαγή του ύφους του ποιητού μας. Ο ποιητής μας βλέπει με ελπίδα το μέλλον του, το βλέπει ευνοϊκότερο υπέρ αυτού και λέει «Ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου, Κύριε» (στιχ. 20). Και γενικεύοντας τώρα τη δική του χαρά, την εκτείνει σε όλους όσους ελπίζουν και επικαλούνται τον Κύριο (στιχ. 20), για τους οποίους λέγει ότι θα τους περιφρουρήσει από τις επιβουλές των ανθρώπων και τα πονηρά τους σχέδια (στιχ. 21).

Χαρούμενος ο ποιητής μας, γιατί βλέπει ότι θαυμαστώνεται η αγάπη του Θεού στους ιδικούς του (στιχ. 22), στρέφεται με πικρία κάπως κατά του εαυτού του, γιατί μερικές φορές βλέπει να απορρίπτεται από αυτόν, «απέρριμαι – λέγει – από προσώπου των οφθαλμών σου» (στιχ. 23).

Τελικά ο ψαλμωδός μας δίνει στον ψαλμό του διδακτική μορφή και απευθυνόμενος και προς πολλούς και προς όλους όσοι πιστεύουν και αγαπούν τον Κύριο, λέγει προς αυτούς: «Αγαπήσατε τον Κύριον, πάντες οι όσιοι αυτού ότι αληθείας εκζητεί Κύριος» (στιχ. 24). Γιατί ο Κύριος δεν παρασύρεται από τα πονηρά σχέδια των κακών ανθρώπων εναντίον των ιδικών Του. Λοιπόν, κουράγιο και θάρρος σ’ όλα τα τέκνα του Θεού, γιατί έχουν ελπίδα και καταφύγιο τον Θεό: «Ανδρίζεσθε και κραταιούσθω η καρδία υμών, πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον» (στιχ. 25).