Toυ Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

2ΦHΣΙΝ ο παράνομος του αμαρτάνειν εν εαυτώ, ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτού· 3ότι εδόλωσεν ενώπιον αυτού του ευρείν την ανομίαν αυτού και μισήσαι. 4Tα ρήματα του στόματος αυτού ανομία και δόλος, ουκ ηβουλήθη συνιέναι του αγαθύναι· 5ανομίαν διελογίσατο επί της κοίτης αυτού, παρέστη πάση οδώ ουκ αγαθή, κακία δε ου προσώχθισε.

6Κύριε, εν τω ουρανώ το έλεός σου, και η αλήθειά σου έως των νεφελών· 7η δικαιοσύνη σου ως όρη Θεού, τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή· ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε. 8Ως επλήθυνας το έλεός σου, ο Θεός· οι δε υιοί των ανθρώπων εν σκέπη των πτερύγων σου ελπιούσι. 9Μεθυσθήσονται από πιότητος οίκου σου, και τον χειμάρρουν της τρυφής σου ποτιείς αυτούς· 10ότι παρά σοι πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα φως. 11Παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε και την δικαιοσύνην σου τοις ευθέσι τη καρδία. 12Μη ελθέτω μοι πούς υπερηφανίας, και χείρ αμαρτωλού μη σαλεύσαι με. 13Εκεί έπεσον πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν, εξώσθησαν και ου μη δύνωνται στήναι.

1. Ο ψαλμός μας μας παρουσιάζει από την αρχή τον αμαρτωλό άνθρωπο, ο οποίος αμαρτάνει, γιατί απέρριψε από πάνω του την πίστη του στον Θεό και την ευλάβειά του («φόβον») σ’ Αυτόν (στιχ. 2). Και του συνέβηκε αυτό επειδή πίστεψε για τον Θεό ότι είναι αδιάφορος για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Πίστευσε ότι δεν τις βλέπει, δεν τις τιμωρεί (στιχ. 3), και επομένως –συμπεραίνει ο αμαρτωλός– ας αμαρτήσει άφοβα.

Τα λόγια όμως αυτά του αμαρτωλού, λέγει ο ποιητής του ψαλμού μας, είναι «δόλια», είναι «απατηλά», κατά το Εβραϊκό, αλλά του κάνουν τη μεγάλη ζημιά και να μη σκέπτεται και να μην πράττει σωστά («ουκ εβουλήθη συνιέναι του αγαθύναι», στιχ. 4).

Στον ψαλμό μας εδώ, όπως φαίνεται από τον στίχο αυτό, αλλά και από τους επομένους στίχους, πρόκειται για το περίφημο θέμα της θεοδικίας, το οποίο απαντά συχνά στην Παλαιά Διαθήκη. Κατά το πρόβλημα αυτό οι άνθρωποι αμφισβητούν τη δικαιοσύνη του Θεού, γιατί έβλεπαν ότι ο αμαρτωλός δεν τιμωρείται για τις αμαρτίες του, αλλά, αντίθετα, σαν και να ευλογείται, γιατί τον έβλεπαν να είναι ευτυχισμένος μέχρι τα τέλη της ζωής του.

Κυριευμένος, λοιπόν, ο αμαρτωλός από αυτές τις κακές σκέψεις περί του Θεού, όλο και σκέπτεται την αμαρτία χωρίς φόβο Θεού. Ο ψαλμός μας παρουσιάζει τον αμαρτωλό αυτό ακόμη και στην κλίνη του να σκέπτεται τις άνομες σκέψεις περί του Θεού (στιχ. 5). Και ασφαλώς, αφού επί της κλίνης του σκέπτεται αυτά, όταν εγερθεί, τα πράττει στην καθημερινή του ζωή, γιατί αγαπά την αμαρτία και δεν την αποστρέφεται (στιχ. 5, «τη κακία ου προσώχθισεν»).

2. Στη συνέχεια (στιχ. 6 εξ.) ο ψαλμωδός αποστρέφει τη σκέψη του από τον κόσμο των αμαρτωλών και τις σκέψεις τους και στρέφεται προς τον Θεό του, στη δικαιοσύνη και αγάπη του Οποίου πιστεύει απόλυτα. Αντίθετα, λοιπόν, προς τον αμφισβητούντα την αγάπη και δικαιοσύνη του Θεού αμαρτωλό, ο ποιητής μας λέγει ότι η αγάπη («το έλεός») Του φθάνει μέχρι τον ουρανό («εν τω ουρανώ») και η «αλήθεια» Του, δηλαδή, η πιστότητά Του «έως νεφελών» (στιχ. 6). Η «δικαιοσύνη» Του, με την οποία κυβερνά τον κόσμο, είναι τόσο μεγάλη, όπως τα θεόρατα βουνά (τα «όρη του Θεού») και τα «κρίματά» Του, δηλαδή, η θεία διακυβέρνησή Του παραβάλλεται προς τη μεγάλη και πολλή άβυσσο, η οποία πανταχόθεν περιβάλλει τη γη (Σ. Σειρ. 24,29). Η παρομοίωση αυτή, πέραν από την έννοια ότι, όπως η άβυσσος περιβάλλει τη γη, έτσι και η θεία διακυβέρνηση καλύπτει όλη τη γη, όλη την ιστορία, έχει και μια άλλη βαθύτερη έννοια: Οπως η άβυσσος είναι αμέτρητη και δεν μπορεί ο άνθρωπος να την περιλάβει, έτσι και τη διακυβέρνηση του Θεού δεν μπορεί να τη νοήσει ο άνθρωπος. Η ερμηνεία αυτή είναι των αγίων Πατέρων (βλ. Μ. Αθανασίου Μ. 27,176). Κατ’ αυτήν την ερμηνεία, ο ποιητής μας αναφέρεται στο πρόβλημα της θεοδικίας, κατά το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να συμβιβάσει την ευτυχία των ασεβών προς τη δικαιοσύνη του Θεού. Οι δυσπιστούντες δεν μπορεί να νοήσουν την αγάπη του Θεού και προς τον αμαρτωλό ακόμη και που αποβλέπει αυτή. Η αγάπη του Θεού, λέγει στη συνέχεια ο ποιητής μας, βοηθάει όλους, όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα! «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε» (στιχ. 7)! Η αγάπη του Θεού είναι πολύ μεγάλη. Και όλοι καταφεύγουν σε ένα τοιούτον αγαπώντα Θεό για να βρούν καταφύγιο υπό την σκέπη των πτερύγων Του (στιχ. 8). Και αφού ο Θεός έχει τόση αγάπη, όλοι τρέφονται απ’ Αυτόν με όλα τα αγαθά και όλοι ποτίζονται απ’ Αυτόν (στιχ. 9).

3. Ο ποιητής του ψαλμού μας πιστεύει πολύ δυνατά στον Θεό, ζει τον Θεό. Γεύεται τον Θεό και ο,τι λέγει περί Αυτού είναι βιωματικό. Ετσι, λοιπόν, λέγει για τον Θεό τώρα τον υπέροχο αυτό λόγο: «Οτι παρά σοι πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (στιχ. 10)! Οτι ο Θεός είναι η «πηγή της ζωής» σημαίνει ότι Αυτός είναι και ο δημιουργός της ζωής και ο συντηρών τη ζωή. Αλλά ο ποιητής μας εννοεί τη «ζωή» με το βαθύτερο νόημά της, ως επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτό πραγματικά λέγεται και είναι «ζωή», ζωή με νόημα και περιεχόμενο. Γι’ αυτό και λέγει στη συνέχεια ο ποιητής μας ότι μόνο στο φως του Θεού («εν τω φωτί σου»), μόνο, δηλαδή, στην επικοινωνία μας με τον Θεό  είναι δυνατόν να δούμε το φως («οψόμεθα φως»), να ζήσουμε την πραγματική ζωή και όχι τον ζωώδη βίο, που ζούν και τα ζώα.

Περί το τέλος ο ποιητής φοβείται την κακοποιό δύναμη των κακών και υπερηφάνων ανθρώπων, αυτών, δηλαδή, περί των οποίων είπε από την αρχή ότι απέρριπταν τον Θεό, γιατί Τον θεωρούσαν άδικο, και εύχεται ο ποιητής μας στον Θεό να τον διαφυλάξει απ’ αυτούς. Να μη τολμήσουν ποτέ να τον εγγίσουν («μη ελθέτω μοι πούς υπερηφανείας») και να τον καταρρίψουν («και χείρ αμαρτωλού μη σαλεύσαι με», στιχ. 12). Αλλά και αν οι ασεβείς αυτοί τολμήσουν κάτι τέτοιο, αυτοί είναι που θα ζημιωθούν και θα πέσουν, χωρίς να δύνανται να εγερθούν, γιατί αυτοί είναι οι άνομοι (στιχ. 13).