Του π. Αντώνιου Χρήστου

Αγαπητοί μας αναγνώστες, με αφορμή την πρόσφατη διακοπή της μνημονεύσεως στα Δίπτυχα, του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, από τον Πατριάρχη της Ρωσίας Κύριλλο, με «μήλον της έριδος» την εκκλησιαστική δικαιοδοσία στην Ουκρανική Εκκλησία, θα ασχοληθούμε και εμείς γενικότερα για το θέμα της ενότητος, που είναι βασικό στην Εκκλησία μας. Σίγουρα το γεγονός της συγκεκριμένης σύγκρουσης μας λυπεί όλους και καθήκον μας είναι η προσευχή να εξομαλυνθούν τα πράγματα. Ομως αν ανατρέξουμε στην Εκκλησιαστική ιστορία, θα εκπλαγούμε για τη συχνότητα των εντάσεων και των σχισμάτων, είτε για θέματα πίστεως, είτε για θέματα εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας και γενικότερα εκκλησιαστικής επιρροής. Δεν είναι τυχαία άλλωστε, ότι η οπισθάμβωνος ευχή, που είναι στην ουσία η κατακλείδα της Θείας Λειτουργίας πριν την απόλυση, ο Ιερεύς εύχεται, μεταξύ άλλων, μπροστά στην Εικόνα Του Χριστού και τα εξής: «…Ειρήνην τω κόσμω σου δώρησαι, ταίς Εκκλησίαις σου, τοις ιερεύσι, τοις άρχουσιν ημών, τω στρατώ και παντί τω λαώ σου…». Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Κύριος λίγο προ του πάθους Του, στη γνωστή σε όλους μας Αρχιερατική Του προσευχή, μεταξύ άλλων παρακαλεί τον Θεό Πατέρα: «Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ, ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμεν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. άτερ, ούς δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ᾿ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας  και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς» (Ιω. 17,10-26).

Το παραθέτουμε και σε μετάφραση: «Δεν σε παρακαλώ δε δι’ αυτούς μόνο, αλλά και δι’ εκείνους οι οποίοι, χάρις εις την διδασκαλία τους, θα πιστεύουν σ’ εμένα είναι ένα πνευματικό σώμα με την αγάπη και την ομοφροσύνη τους. Οπως Συ, Πάτερ, είσαι ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, (διότι έχουμε την αυτήν ουσία), έτσι σε παρακαλώ, να είναι και αυτοί ένα διά της ενώσεως και επικοινωνίας που θα έχουν με εμάς, διά να πιστεύσει ο κόσμος, βλέπων το θαύμα αυτό της ενότητας, ότι Συ με έστειλες. Και εγώ την απεριόριστη δόξα, την οποίαν μου έδωσες (ως  άνθρωπο), την έδωσα σ’ αυτούς, διά να είναι ένα, όπως και εμείς είμαστε ένα. Εγώ να ζω μέσα στον κάθε ένα από αυτούς όπως και Συ ζεις έντος μου, διά να έχουν τελειοποιηθεί σ’ ένα πνευματικό σώμα και να γνωρίζει ο κόσμος, βλέπων αυτό το θαύμα της ενότητας, και πιστεύει ότι Συ με έστειλες στον κόσμο και ότι αγάπησες αυτούς, όπως αγάπησες εμένα. Πάτερ, θέλω εκείνοι τους οποίους μου έχεις δώσει, να είναι μαζί μου όπου είμαι εγώ, διά να βλέπουν και απολαμβάνουν την δόξα μου την οποίαν προαιωνίως μου έχεις δώσει, διότι με έχεις αγαπήσει προ πάντων των αιώνων, πριν να τεθούν τα θεμέλια του κόσμου. Πάτερ δίκαιε, μολονότι ο κόσμος, εξ αιτίας της κακότητός του, δεν σε γνώρισε, εγώ όμως και ως άνθρωπος σε γνώρισα σαφώς σε βαθμό τέτοιο, στον οποίον κανένας άλλος άνθρωπος ούτε σε εγνώρισε ούτε θα σε γνωρίσει. Και αυτοί ακούγοντας την διδασκαλία μου και βλέποντας τα έργα μου επληροφορήθηκαν πλέον σαφώς και επίστευσαν, ότι Συ με απέστειλες στον κόσμο και διά τούτο είναι άξιοι της πατρικής σου στοργής και προστασίας. Και εγώ εγνωστοποίησα σ’ αυτούς το Ονομά Σου και (διά του Αγίου Πνεύματος) θα τους το κάνω ακόμη περισσότερο γνωστό, ώστε η άπειρος αγάπη, με την οποίαν με έχεις αγαπήσει, να είναι μέσα στις ψυχές τους και να αισθάνονται καθαρότερα, ότι εγώ είμαι μέσα στον καθένα από αυτούς και σ’ όλους μαζί, ώστε να αποτελούν ένα πνευματικό σώμα με εμέ». Βλέπουμε δηλαδή σαφέστατα, με όλα τα παραπάνω, την οντολογική αυτή ενότητα μεταξύ Θεού-Πατέρα και Θεού-Υιού, διά του Θεού-Αγίου Πνεύματος, να περνά ως προοπτική σωτηρίας και ενότητας στον κάθε πιστό ξεχωριστά, αλλά και όλοι μαζί στο ένα σώμα που είναι η Εκκλησία, με κεφαλή της τον Χριστό.

Μετά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, την οποία εορτάζουμε πανηγυρικά με την εορτή της Πεντηκοστής, η οποία θεωρείται η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας, ψέλνουμε στο Κοντάκιο: «Οτε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Υψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε· και συμφώνως δοξάζομεν, το πανάγιον Πνεύμα». Δηλαδή ομολογούμε σε νεοελληνική μετάφραση ότι: «Οταν (τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης) κατέβηκε ο Θεός και δημιούργησε σύγχυση στις γλώσσες των ανθρώπων, τότε χώριζε τα έθνη ο Υψιστος. Και τώρα που μοιράζει τις πύρινες γλώσσες του Αγίου Πνεύματος, καλεί όλους σε ενότητα (μέσα στην Εκκλησία Του). Ετσι τώρα, όλοι, σύμφωνοι με μια πίστη, δοξάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα».

Κλείνοντας το άρθρο μας αγαπητοί μας αναγνώστες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το λιγότερο είμαστε ανακόλουθοι με την αποστολή μας, όταν αντί να οικοδομούμε αυτή την ενότητα, ίσα-ίσα την προκαλούμε και τη διασχίζουμε. Σίγουρα η Εκκλησία αναγκάζεται πολλές φορές να αποσχίσει κάποιο μέλος της εκτός τους κόλπους της, για να διαφυλάξει τα υπόλοιπα μέλη και να συγκλονίσει το μέλος που αναθέτει απευθείας πλέον στον Θεό, αλλά δεν μπορεί σε μια εποχή που ακόμη και κοσμικοί-πολιτικοί ηγέτες ύστερα από χρόνια εχθρότητας κάθονται στο τραπέζι του διαλόγου, εμείς να υψώνουμε τείχη και διχόνοιες και να αφαιρούμε τα ονόματα από τα δίπτυχα, για θέματα όχι πίστεως, αλλά καθαρά εξουσίας και εκκλησιαστικής επιρροής. Οπως είπε και ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία Του: «Υμείς εστε το άλας της γης· εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται»; (Ματθ. 5,13).