Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γόρτυνος και  Μεγαλοπόλεως  κ. Ιερεμία

Eίπεν 2 άφρων εν καρδία αυτού· Ουκ έστι Θεός, διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν ανομίαις, ουκ έστι ποιών αγαθόν. 3 Ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων του ιδείν ει έστι συνιών η εκζητών τον Θεόν. 4 Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιων αγαθόν, ουκ έστιν έως ενός. 5 Ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν; Οι κατεσθίοντες τον λαόν μου εν βρώσει άρτου τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο. 6 Εκεί εφοβήθησαν φόβον, ου ουκ ην φόβος, ότι ο Θεός διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων· κατησχύνθησαν, ότι ο Θεός εξουδένωσεν αυτούς. 7 Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον του Ισραήλ; Εν τω αποστρέψαι τον Θεόν την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ.

1. Ο ποιητής του ψαλμού αυτού αναφέρεται σε συγχρόνους του ανθρώπους, οι οποίοι έχουν φθάσει σε τέτοιο σημείο κακίας και διαφθοράς, ώστε πίστευαν ότι δεν υπάρχει Θεός (στιχ. 2). Οπως φαίνεται από τον όλο ψαλμό, δεν πρόκειται περί θεωρητικής απιστίας των ανθρώπων αυτών. Δεν πρόκειται, δηλαδή, περί ανθρώπων, οι οποίοι με λογικούς στοχασμούς και λογικά τάχα επιχειρήματα διετύπωναν μία αθεϊστική θεωρία, αλλά περί ανθρώπων οι οποίοι με τις πράξεις τους δήλωναν πραγματικά ότι δεν είχαν καμμία έννοια περί του Θεού· ότι ο Θεός έδωσε ηθικές εντολές και ότι θα τιμωρήσει το κακό, για να επιβάλει την ηθική τάξη στον κόσμο. Αυτούς ο ποιητής μας τους χαρακτηρίζει ως «άφρονες» με την πρακτική λοιπόν και όχι με τη θεωρητική έννοια, ότι δηλαδή αυτοί οι «άφρονες» στερούνται νοήσεως και λογικής. Είναι «άφρονες» με την έννοια ότι δεν έχουν ηθικό αίσθημα, δεν έχουν το κριτήριο του καλού και του κακού. Είναι πωρωμένοι. Αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά διακηρύττουν ότι δεν υπάρχει Θεός, γιατί δεν είναι δυνατόν οι πεπωρωμένοι και διεφθαρμένοι να νοήσουν Θεό ως το ανώτατο ηθικό Ον, που έθεσε την ηθική τάξη στον κόσμο.

2. Οτι πραγματικά αυτή είναι η έννοια της λέξεως «άφρων» στον ψαλμό μας, φαίνεται από τα αμέσως παρακάτω λεγόμενα από τον ψαλμωδό: «Διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν ανομίαις, ουκ έστι ποιών αγαθόν» (στιχ. 2β). Δηλαδή, διεφθάρησαν και έγιναν βδελυκτοί για τις αμαρτίες τους. Δεν υπάρχει ούτε ένας που να πράττει το καλό. Ο ποιητής, όπως πράττουν και οι προφήτες, παρουσιάζει τη γενική διαφθορά της κοινωνίας. Για βεβαίωση μάλιστα της διαπιστώσεώς του αυτής, ο προφήτης παρουσιάζει τον ίδιο τον Θεό να κύπτει από το ύψος του ουρανού, για να εξετάσει αν υπάρχει άνθρωπος «συνιών» (στιχ. 3), αντίθετος προς τον «άφρονα», που να ζητά τον Θεό. Και ο Θεός διαπιστώνει ότι όλοι τους, «έως ενός» (βλ. Ιερ. 5,1), έχουν αποστατήσει και έχουν παρεκκλίνει απ’ Αυτόν. «Πάντες εξέκλιναν άμα ηχρειώθησαν» (στιχ. 4)!

3. Στη συνέχεια ο ποιητής ομιλεί για τους υπεύθυνους της οικτρής αυτής κατάστασης, όπως την είπε παραπάνω. Τα κείμενα όμως, και των Ο’ και το Εβρ., θεωρούνται εφθαρμένα και μόνο με τις διορθώσεις των ερμηνευτών εξάγεται κάποια έννοια. Κατά πρώτον ο ποιητής εκπλήσσεται για την επικρατούσα αφροσύνη, για την οποία μίλησε προηγουμένως («είπεν άφρων») και λέγει: «Ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν;» (στιχ. 5α). Δηλαδή, «δεν έχουν γνώση, δεν έχουν μυαλό, όλοι αυτοί που κάνουν την αμαρτία;». Ποιοι είναι αυτοί; Μεταξύ των άλλων, είναι και αυτοί για τους οποίους λέγει αμέσως παρακάτω ο στιχ.: «Οι εσθίοντες τον λαόν μου βρώσει άρτου τον Θεόν ουκ επεκαλέσαντο» (στιχ. 5β). Αυτοί πρέπει να είναι κάποια τάξη υπευθύνων για τον λαό. Μάλιστα, κατά τη γενομένη διόρθωση του στιχ. από τους ερμηνευτές, πρόκειται περί των ιερέων, γιατί το ημιστίχ. ομιλεί για «βρώση άρτου». Κατά τη διόρθωση των ερμηνευτών το αρχικό κείμενο του ημιστιχ. θα έλεγε: «Οι εσθίοντες τον άρτο του Θεού τον λαό μου κατεσθίουν (ή παραπλανούν), τον Θεό δεν επικαλούνται». «Αρτος του Θεού» είναι η θυσία και, όπως μας είναι γνωστό, οι ιερείς λάμβαναν ένα μέρος της θυσίας. Αυτούς λοιπόν τους ιερείς, που καθοδηγούν τον λαό και τρώγουν από τις θυσίες, αυτούς ελέγχει τώρα ο ποιητής του ψαλμού μας ότι δεν «επικαλούνται τον Θεό», δεν εκζητούν τον Θεό, δηλαδή, δεν πράττουν το αγαθό (βλ. στιχ. 3 τη φράση «εκζητών τον Θεόν»). Ωστε είχε διαφθαρεί η τάξη των ιερέων και έτσι έδινε κακό παράδειγμα στον λαό. Στην αλήθεια δηλαδή οι ιερείς δεν καθοδηγούσαν, αλλά παραπλανούσαν τον λαό. Σ’ αυτό τον στιχ. λοιπόν ο ποιητής ελέγχει τους ιερείς, όπως, ως γνωστό, το ίδιο κάνουν και οι προφήτες σε πολλά σημεία του λόγου τους.

4. Αλλά για τη διαγωγή αυτή των ιερέων θα έλθει η τιμωρία τους από τον Θεό. Γι’ αυτή την τιμωρία ομιλεί ο στιχ. 6. Αλλά και πάλι ο στιχ. εδώ διορθώνεται, γιατί ως έχει δεν δίνει σαφές νόημα. Κατά πιθανότητα το αρχικό κείμενο θα έλεγε: «Αλήθεια, αντικείμενο φόβου θα γίνουν, γιατί ο Θεός θα διασκορπίσει τα οστά τους· και οι ανθρωπάρεσκοι θα καταισχυνθούν, γιατί ο Θεός θα τους εξουδενώσει». Οι ιερείς, ενώ αυτοί είναι αξιωματούχοι, θα έχουν οικτρό τέλος. Γιατί τα οστά τους δεν θα είναι σε οικογενειακό τάφο, αλλά θα είναι εσκορπισμένα εδώ και εκεί. Επειδή αυτοί ήταν «ανθρωπάρεσκοι» και φρόντιζαν να αρέσουν στους ανθρώπους και όχι στον Θεό διά των καλών πράξεων, γι’ αυτό και ο Θεός διασκόρπισε τα κόκκαλά τους και τους εστέρησε της νεκρικής ταφής, πράγμα το οποίο εθεωρείτο μεγάλη κατάρα.

5. Ο ψαλμός κλείει με την ευχή του ποιητού να έλθει η σωτηρία του Ισραήλ από την Σιών (στιχ. 7). Αρα ο λαός ευρίσκεται σε αιχμαλωσία. Και όταν ο Θεός θα επαναφέρει τους αιχμαλώτους στην πάτριο γη, τότε θα αγαλλιάσει ο Ιακώβ και θα ευφρανθεί ο Ισραήλ, λέγει πάλι στο τέλος ο ψαλμός μας. Πιθανόν ο Ψαλμός να είναι του Δαβίδ, όπως υποθέτει η επιγραφή του. Αλλά η αιχμαλωσία του λαού ήταν πολύ αργότερα από την εποχή του Δαβίδ. Θα πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο τελευταίος στίχος είναι μία μετέπειτα λειτουργική προσθήκη, όταν ο ψαλμός εισήχθη στη λατρεία. Οπως είδαμε από τη σύντομο ανάλυση, ο ποιητής του ψαλμού μας είναι ποτισμένος από τα κηρύγματα των προφητών.