Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

Δρος Βυζαντινής Τέχνης

Μερικοί επιστήμονες έχουν ταυτισθεί με την έρευνα ενός μνημείου, πίσω από το οποίο κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος, από τον οποίο μέλλουν να αποκαλυφθούν πολλά. Αυτός είναι ακριβώς ο πρωτοποριακός ρόλος του καθηγητή Νικολάου Μουτσόπουλου, ο οποίος απεβίωσε πρόσφατα (14 Μαρτίου 2019), πλήρης ημερών, στη Θεσσαλονίκη όπου διέμενε εδώ και δεκαετίες. Υπήρξε καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ, στην έδρα Μορφολογίας και Ρυθμολογίας (1958 κ.ε.).

Γεννήθηκε στην Αθήνα (1927), με καταγωγή από τη Στεμνίτσα της Αρκαδίας, αλλά σπούδασε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Από νωρίς τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του τον έστρεψαν σε μία γενική και διαχρονική θεώρηση της αρχιτεκτονικής τέχνης, αλλά με ειδίκευση στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Με αφετηρία την αρχιτεκτονική, κινήθηκε μεταξύ και γεωγραφίας και πολιτισμού, επίσημου και λαϊκού. Κατέγραφε άγνωστα μνημεία και ταπεινά λαϊκά κτίσματα, από τα προϊστορικά ως τα σύγχρονα. Σε μερικούς επιστήμονες είναι προορισμός να χειρίζονται τον αφρό της επιστήμης ή μάλλον παντός του επιστητού μεγάλης και μικρής κλίμακος (χώρος, χρόνος, δρόμοι, πόλεις, μνημεία, φορητά αντικείμενα) με τελική κατάληξη την αναπαράσταση του ιστορικού γίγνεσθαι μέσα από την καθημερινότητα του ανθρώπου. Αν και ήταν αυθόρμητος στη σκέψη και γραφή, παρείχε απίστευτες γνώσεις, ταξινομημένες επί χάρτου, έστω ένα πρώτο αφήγημα, εκεί που πριν υπήρχε πλήρης άγνοια, χάος. Αλλά έτσι έδινε ευκαιρία να συνεχίσει άλλος με διαφορετικό γνώμονα. Επομένως καλλιέργησε δεξιότητες πολλών γενεών αρχιτεκτόνων. Τότε εύρισκαν και δουλειά, αυτοί άλλωστε οικοδόμησαν τη σύγχρονη Ελλάδα, αν και άναρχα, δεν φταίνε όμως οι ίδιοι, αλλά οι λαϊκιστές της εξουσίας.

Ο Νίκος Μουτσόπουλος αποκατέστησε μία ιστορική αδικία που έπληξε τη Λάρισα το 985, όταν την κατέλαβε ο Σαμουήλ αποσπώντας το λείψανο του πολιούχου αγίου Αχιλλίου, μεταφέροντας και τους κατοίκους στο νησί της Πρέσπας. Και οι μεν κάτοικοι επέστρεψαν με τη λήξη των πολέμων, το λείψανο όμως όχι.

Οταν είχε δει τον χώρο στο νησί Αγιος Αχίλλιος, ήταν πνιγμένος στη βλάστηση, αλλά οι εντόπιοι πίστευαν ότι ήταν εκεί θαμμένος ο άγιος με την πατερίτσα του. Τη δεκαετία του 1960 ζήτησε άδεια για ανασκαφή με την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και την έφερε εις πέρας μαζί με τους φοιτητές και επιμελητές του τμήματός του. Η ανασκαφή δημοσιεύτηκε στην επετηρίδα της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΑΠΘ και σε τρίτομο έργο στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών (1989), ενώ μία επιτομή του εκδόθηκε το 1999 από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θεσσαλονίκης, η τελική δημοσίευση. Συνέγραψε και άλλα βιβλία και άρθρα, εκατοντάδες, μεταξύ των οποίων ένα τρίτομο με τίτλο «Συναισθηματική τοπογραφία»: τον άνθρωπο στην Ελλάδα, πώς δένεται ψυχικά με τον τόπο του. Πολύ επιτυχημένα οι μαθητές και συνάδελφοι του χάρισαν έναν τρίτομο τιμητικό τόμο με τον τίτλο «Αρμός» (1990). Παρείχε συναρμογές, συνδέσεις, σε πολλούς τομείς.

Οι ανασκαφές στον Αγιο Αχίλλιο έφεραν στο φως πλείστα ευρήματα, αλλά τα πιο σημαντικά ήταν ο τάφος (κτιστή λάρνακα) του αγίου Αχιλλίου, που περιείχε τα λείψανα του αγίου, εφόσον ήταν σε επίσημο και απομονωμένο μέρος του ναού, δίπλα στο Ιερό Βήμα (Ν.Α. θέση), περιείχε δε πολλά νομίσματα που έριχναν οι πιστοί ή και χοές. Επίσης πολύ σημαντικό θέμα για τη βαλκανική ιστορία είναι η αποκάλυψη στον ίδιο ναό του τάφου του Σαμουήλ, ηγεμόνα που κατέλαβε τη Λάρισα και μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος του λειψάνου του πολιούχου αγίου της στην Πρέσπα.

Το άγιο λείψανο μετέφερε μετά στη Θεσσαλονίκη, αρχικά στη μονή Βλατάδων, και αργότερα στην Ιερά μονή Ορμύλιας Χαλκιδικής (1976). Το 1981 κατόπιν ενεργειών στις οποίες πρωτοστάτησαν, εκτός από τον αείμνηστο Ν. Μουτσόπουλο, οι μακαριστοί μητροπολίτες Λαρίσης Σεραφείμ και  Θεσσαλονίκης Παντελεήμων, όπως και ο καθηγητής Λειτουργικής του ΑΠΘ αείμνηστος Ιωάννης Φουντούλης, το λείψανο μεταφέρθηκε στη Λάρισα την παραμονή της γιορτής του αγίου, 14 Μαΐου 1981, όπου παραμένει έκτοτε.

Ο ίδιος προσδιοριζόταν μόνος του ως Μακεδόνας από την Αρκαδία. Με το έργο του τη θωράκισε, αναδεικνύοντας την ελληνικότητά της στη μεσαιωνική της περίοδο. Δεν είχε αναστολές να αγγίζει το διάβα και άλλων λαών από τα εδάφη της. Η τόλμη του φάνηκε από το ότι έδρασε σε εποχή με ολίγη διαθέσιμη βιβλιογραφία, αλλά και με ψυχρές διπλωματικές σχέσεις Ελλήνων και Βαλκανίων. Υπήρξε πατριώτης και όχι εθνικιστής.

Ο Νικόλαος Μουτσόπουλος υπήρξε ένας ακαταπόνητος δάσκαλος, καινοτόμος, όπως υπήρξε και συνεχώς μαθητής. Κάθε άποψή του και για το πιο μικρό, στηριζόταν σε μια ολόκληρη φιλοσοφία στην επιστήμη του. Το επιστημονικά σωστό το αναγνώριζε αμέσως, ακόμη κι αν διόρθωνε τον εαυτό του. Είναι από τη γενιά των μεγάλων Ελλήνων μελετητών του παρελθόντος, οι οποίοι βλέποντας τα υπάρχοντα κενά στην ελληνική επιστημονική κοινότητα, ανέλαβαν το κόστος που επιβάρυνε τους ίδιους και τις οικογένειές τους να προσφέρουν το κάτι παραπάνω. Για την Ελλάδα, το λαό της, τον κόσμο.

Αιωνία του η μνήμη. Αλλά η περιφερειακή ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν συμπεριέλαβε, όπως άξιζαν, επιστήμονες όπως αυτός.