Γράφει ο Νότης Μαριάς

Πρόεδρος του Κόμματος ΕΛΛΑΔΑ - O ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, Ευρωβουλευτής  Καθηγητής Θεσμών ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Η νέα Απόφαση που έλαβε προ ημερών η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας ότι δεν δέχεται καμία αλλαγή στο καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, εμμένοντας στην προηγούμενη απόφαση της 16ης Νοεμβρίου του 2018, αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ανιστόρητα, μονομερώς και επιλεκτικά.

Λειτουργεί ανιστόρητα, γιατί παραβλέπει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, κατά τις οποίες διαμορφώθηκε το καθεστώς μισθοδοσίας των κληρικών. Οτι δηλαδή η ανάληψη από την πολιτεία της αρμοδιότητας να καλύπτει τις οικονομικές υποχρεώσεις έναντι των ιερέων δεν ήταν χωρίς αντάλλαγμα, καθώς ήδη από το 1843 η εκκλησιαστική περιουσία περιήλθε στο δημόσιο. Σύμφωνα με το Διάταγμα που εκδόθηκε στις 29 Απριλίου του 1843, η Γραμματεία επί των οικονομικών αναλάμβανε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις «αποκλειστικώς εις την βελτίωσιν του κλήρου... καθόσον, η της υπηρεσίας ταύτης ειδικότης εγγυάται πληρεστέραν εις αυτήν επιτυχίαν». 

Τη μισθοδοσία των κληρικών είχε αναλάβει το ιδρυθέν από το 1909 Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο. Ομως το ΓΕΤ δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στη μισθοδοσία των κληρικών και έτσι με το Νόμο 4684/1930 τη μισθοδοσία ανέλαβε ο Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), με πόρους από την εκτεταμένη εκποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Από την 1 Οκτωβρίου 1945 οι ενοριακοί Ναοί απαλλάσσονται από την υποχρέωση της καταβολής της μισθοδοσίας των Ιερέων και αναλαμβάνει πλέον η Πολιτεία τη μισθοδοσία τους, μετά από συμφωνία με την Εκκλησία, ενώ βάσει του νόμου κάθε ενοριακός Ναός καταβάλλει στο Δημόσιο Ταμείο εισφορά 25% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων στην Οικονομική Εφορία όπου υπάγεται. 

Η κυβέρνηση λειτουργεί μονομερώς και επιλεκτικά, γιατί δεν έχει διασφαλίσει ούτε κατά το ελάχιστον τη συναίνεση των Ορθόδοξων Κληρικών και Ιεραρχών και μάλιστα για ένα ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για τα οποία κόπτεται, όταν πρόκειται για άλλες πληθυσμιακές ομάδες και επαγγελματικές κατηγορίες. Γιατί οι μαζικές απολύσεις ορθόδοξων κληρικών παραβιάζουν την αρχή της ισότητας, καθώς δεν εφαρμόζονται για τους ιερείς άλλων θρησκειών ούτε για τους Μουφτήδες. Η αρχή της ισότητας προβλέπεται τόσο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση (άρθρο 2) όσο και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (άρθρο 20).

Η δήθεν φιλολαϊκή κυβέρνηση συγκρούεται με τη λαϊκή βούληση, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το 98% του ελληνικού λαού είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Προφανώς ισχυρότερο κριτήριο γι’ αυτήν είναι το κομματικό, προεκλογικό όφελος από τις προσλήψεις 10.000 νέων δημοσίων υπαλλήλων στη θέση των απολυμένων κληρικών. Με το «δώρο» αυτό ευελπιστεί ότι θα κάμψει τις αντιδράσεις των Ελλήνων Ορθόδοξων πιστών, ποντάροντας στη μέθοδο του κοινωνικού αυτοματισμού.

Η κυβέρνηση αδιαφορεί για το γεγονός ότι η αποσύνδεση των Ορθόδοξων κληρικών από την κρατική μισθοδοσία και η καθιέρωση της επιδοματικής ενίσχυσής τους ως αμοιβή θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για την απόφαση νέων να επιλέξουν να χειροτονηθούν ιερείς. Υπάρχει λοιπόν το ενδεχόμενο σταδιακά να μην μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες για Ιερείς και Εφημέριους σε πολλούς Ορθόδοξους Ναούς, με αποτέλεσμα οι Ελληνες Ορθόδοξοι πιστοί να μην μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας, κατά παράβαση του Συντάγματος και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Καθοριστική βέβαια, για την ευκολία με την οποία λαμβάνονται αυτού του είδους οι κυβερνητικές αποφάσεις, είναι και η ιδεοληπτική δυσανεξία που εκδηλώνουν σε κάθε ευκαιρία τα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε οτιδήποτε αποτελεί στοιχείο της Εθνικής μας Ταυτότητας, όπως η γλώσσα και η θρησκεία μας.

Είναι επίσης γεγονός ότι η επικυριαρχία του οικονομικού παράγοντα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αποβαίνει σε βάρος των εθνικών χαρακτηριστικών και των παραδόσεων των λαών της. Οπως φάνηκε και από το Brexit, οι λαοί της Ευρώπης απορρίπτουν την Ευρωπαϊκή Ενωση των Αγορών με την ισοπεδωτική πολιτική παράβλεψης των εθνικών αναγκών και εξάλειψης των εθνικών χαρακτηριστικών και ζητούν σεβασμό στις παραδόσεις και την ιστορία τους.

Εμείς έχουμε επισημάνει επανειλημμένως την ανάγκη να αλλάξει η δομή και η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης και να ενισχυθεί η δημοκρατία στον τρόπο λήψης των αποφάσεων, ώστε η πολιτική που χαράσσεται και ο τρόπος λειτουργίας των θεσμών και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης να διέπεται από σεβασμό στην ιστορία και την εθνική ταυτότητα των κρατών-μελών της, ώστε από την Ευρώπη των Αγορών να περάσουμε στην Ευρώπη των Εθνών και των Πατρίδων. Και για τον σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε.