Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

Δρος Βυζαντινής Τέχνης

Είσοδος στη νηστεία, την ώρα που η ανοιξιάτικη φύση δίνει έναρξη νέας ετήσιας εποχικής περιόδου, σημαίνει αφορμή για περίσκεψη, στο μέτρο του δυνατού. Η σκέψη προηγείται του κύκλου δημιουργίας, αλλιώς καλύτερα να μην γίνει κάτι, αν είναι να πάει χαμένο. Το ίδιο ισχύει στον κύκλο της ζωής ενός ανθρώπου, το ίδιο και στο διάβα των αιώνων. Αυτό τον ρόλο είχε στην Ιστορία η λεγόμενη “νήψη”, άρνηση, σχεδιασμός και καταξίωση του κόσμου, όσο εφαρμόστηκε 1.700 χρόνια κρατικής παραδοχής του Χριστιανισμού. Πού βαδίζει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα; Ελέγχουμε τις αφετηρίες, το παρελθόν; Ή πού οδηγούμαστε. Τον χριστιανικό ευρωπαϊκό κόσμο, ως κυρίαρχο στον πλανήτη, τον νιώθει πλέον όλη η ανθρωπότητα, Κινέζοι, Ινδοί, Αφρικανοί, Αραβες… Ασχετα αν δεν το νιώθουμε, ο κόσμος μας είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο και ζήτημα γοήτρου, ακόμη και επιβολής, όταν άλλοι αμφιλεγόμενοι -ισμοί έχουν διαφορετική λογική, αντιμαχόμενη πρακτική. Ο σημερινός κόσμος της επιστήμης, της αξιοπρέπειας, είναι χριστιανική κατάκτηση, αφού ο Χριστιανισμός αποδόμησε τον παλαιό κόσμο (εβραϊκό νομικισμό-ελληνική λογική).

Μεγαλύτερη αναστολή είναι όχι η χρήση του πολιτισμού, αλλά η ταύτιση της αλήθειας με τον πολιτισμό. Αυτό ένιωσε η πρώιμη εκκλησία και αμέσως έφυγε από τον κόσμο, θέτοντας ως υπέρτατη αξία τη νήψη. Οχι ως αποφυγή, αλλά θεώρηση εκ των έξω, του κόσμου. Δεν έγινε δεκτό από τη μεσαιωνική Δυτική θεολογία συλλήβδην. Η σύγκρουση δόθηκε τον 14ο αιώνα. Ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός κλήθηκε στη χιλιετία της Κων/πόλεως (1330) για να δώσει διαλέξεις για ανανέωση τεχνική, επιστημονική, κ.ο.κ., αλλά τη γνωσιολογία του την επεξέτεινε και στη νήψη. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας, όχι ότι αυτή δεν ήθελε την ανανέωση.

Το Βυζάντιο έδωσε στον καίσαρα τα δικαιώματα του κόσμου, σύμφωνα με το γνωστό χωρίο (Ματθ. 22.21). Χρησιμοποίησε όχι τον υπερβατικό Πλάτωνα, όπως θα έπρεπε κανονικά, αλλά το αριστοτελικό «Οργανον», περιγράφον τα υλικά φαινόμενα. Ο Αριστοτέλης, ίσως η μεγαλύτερη πνευματική προσωπικότητα διαχρονικά, ο οποίος κατέγραψε και ταξινόμησε τα πάντα εκτός από ελάχιστα (π.χ. την έννοια “κανόνι”, εκπυρσοκρότηση), δημιούργησε τη σημερινή ανθρωπότητα: τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας με την οποία κατέκτησε Ρώμη, Βυζάντιο, Αραβες… Το Βατικανό προβληματίστηκε για την απολυτότητα της αποδοχής του Αριστοτέλη που έδινε σε κάθε ον όνομα. Ανάμεσα σε άλλα έκανε το λάθος να ταυτίσει ουσία και ενέργειες του Θεού, δηλαδή αποτυπώματα επάνω στα νοούμενα και την ύλη, τομέα που προσπαθούσε να περιγράψει ο Αριστοτέλης. Είχε λόγο, ήθελε την κυριαρχία στη φύση, τον κόσμο, μέσω της θεολογίας που θεωρούσε μητέρα των επιστημών!!! Κατέληξε εκεί που κατέληξε. Η περίπτωση Γαλιλαίου, σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην προσφορά του Βατικανού, δείχνει το αδιέξοδο. Κι όμως συνέβη, και είναι αρκετό να δείξει ότι ως νέο δεδομένο, το ότι «η γη κινείται γύρω από τον ήλιο», διέλυε ένα σύστημα αξιών σε ισχύ, εφόσον είχαν ταυτίσει τη θεολογία με τη γνώση, το τότε κοσμολογικό σύστημα. Αυτό προβλημάτιζε, όχι αν η γη κινείται ή δεν κινείται. Ο Γαλιλαίος άργησε λίγο, αλλά έδωσε την τελική απάντηση στον Βαρλαάμ. Οι Ανατολικοί νηπτικοί πατέρες θα τον ενθουσίαζαν αν ήξερε γι’ αυτούς.

Το κοινωνικό πρόγραμμα του Χριστιανισμού κάλυψε τις υπερβολές της (Δυτικής) θεολογίας. Να σωθεί η ψυχή αλλά και το σώμα, τελικά η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Χωρίς να είναι φενάκη, αφορμή για στρατολόγηση, όπως κάνουν διάφορα δόγματα, αλλά από υπαρξιακή ανάγκη. «Μην κρίνετε», έλεγαν οι ευαγγελιστές, «τον συνάνθρωπο». «Αλλος είναι το αφεντικό σας». Ετσι, παρακάμπτοντας ανθρώπινες ατέλειες, αξιοποιούσε την συνύπαρξη, την ανοχή, την αποδοχή της διαφορετικότητας. Ευνοούσε τη βελτίωση των όρων ζωής με ανώτερα κριτήρια. Το μείζον ήταν η αλήθεια, η αποκάλυψη του Θεού. Ακολουθούσαν τα καλά έργα πολλών, τους οποίους ανεβάζει η τελειότητα ολίγων, ιδίως των νηπτικών.

Ο Χριστός δεν επέτρεψε κοσμικές αντιγραφές επεκτάσεως, η κατάκτηση του κόσμου χωρίς ψυχική σωτηρία δεν είχε νόημα. Ετσι, έμειναν οι πολιτικές εξουσίες υπεύθυνες να βελτιώσουν όπως γινόταν την κοινωνία στα υλικοτεχνικά ζητήματα, αλλά και να βελτιωθούν αυτόματα με βάση την εγελιανή (πλατωνική) λογική (θέση, αντίθεση, σύνθεση). Οπου η διοικούσα Εκκλησία πήγαινε να ταυτιστεί με αυτή τη λογική χανόταν. Αυτό αντέστρεψαν οι νηπτικοί. Δεν ήθελαν ένα πνεύμα τύραννο της σκέψεως του ανθρώπου. Η απολυτότητά του υπερβαίνεται από την παλίρροια της Ιστορίας. Η Γνώση έλυνε μεν οικονομικά κ.λπ. προβλήματα, αν και ποτέ για όλους, αλλά δεν εξέφραζε οντολογικά την αλήθεια, την πίστη σε κάτι που θα άξιζε κανείς να αφιερώσει τη ζωή του κι όχι να υπακούσει σε νόμους. Από εκεί και πέρα, μετά τον νομικισμό, επήλθε η διάσπαση της ορθόδοξης ενιαίας Εκκλησίας (1054), του ρωμαιοκαθολικισμού (αρχή το 1517 από τον Λούθηρο), των Αγγλικανών (1535), για να ακολουθήσει η διαρκής διαίρεση του προτεσταντικού κόσμου που αγωνίζεται για αξιοπρέπεια αλλά και κυριαρχία. Σήμερα οικονομικά επιβάλλονται οι προτεστάντες. Αλλά η Αλήθεια;

Η ορθοδοξία και γενικά η ελληνική σκέψη δεν ταυτίστηκε οντολογικά με κανέναν -ισμό. Δεν έφτιαξε κράτος, δεν “πολέμησε” κανέναν, αλλά και δεν ξεπεράστηκε. Επομένως σωστά οι νηπτικοί δεν παρασύρθηκαν στην ιστορική εξέλιξη που φέρνει διάσπαση, αλλοίωση, μεταμόρφωση. Διδάσκουν χριστιανική αξιοπρέπεια, κι από εκεί βρίσκει ο καθένας τον δρόμο του.