Κάποτε, σε ένα μικρό ασκητήριο στις πλαγιές του Βόρα, ζούσε ένας γέροντας αυστηρός αλλά γεμάτος διάκριση. Μαζί του είχε έναν νεαρό μοναχό, γεμάτο ζήλο αλλά και εσωτερική ανυπομονησία. Ο νέος ήθελε γρήγορα να φτάσει σε «υψηλά μέτρα» πνευματικής ζωής, χωρίς όμως να έχει θεμελιώσει την ταπείνωση.
Ο γέροντας, βλέποντας τη διάθεσή του, δεν του έδινε μεγάλους κανόνες, αλλά μικρές και απλές διακονίες: να ποτίζει τον κήπο, να κουβαλά νερό από την πηγή και να φροντίζει τους ξένους που περνούσαν.
Ο μοναχός όμως δυσανασχετούσε. «Γιατί δεν μου δίνεις πιο σπουδαία έργα;» έλεγε μέσα του. Κι όμως, υπάκουε σιωπηλά.
Κάποια μέρα, ένας προσκυνητής έφτασε στο ασκητήριο εξαντλημένος. Ο γέροντας είπε στον νεαρό:
«Πήγαινε να του δώσεις νερό και να τον υπηρετήσεις σαν τον ίδιο τον Χριστό».
Ο μοναχός υπάκουσε, αλλά μέσα του ένιωθε ότι αυτό ήταν «πολύ απλό» για τον πόθο του. Τότε ο γέροντας του είπε:
«Παιδί μου, όποιος δεν μάθει να συναντά τον Θεό στο απλό, δεν θα Τον βρει ποτέ στο μεγάλο».
Την ίδια νύχτα, σύμφωνα με την παράδοση, ο μοναχός είδε όνειρο: περπατούσε σε ένα στενό μονοπάτι στον Βόρα και προσπαθούσε να ανέβει ψηλά, αλλά κάθε φορά που αγνοούσε μια πέτρα μικρή στο δρόμο, γλιστρούσε πίσω. Στην κορυφή στεκόταν ο Χριστός, αλλά η φωνή Του ακουγόταν από τα χαμηλά:
«Στα μικρά σου έδειξα την οδό της Βασιλείας».
Όταν ξύπνησε, έπεσε στα πόδια του γέροντα και του είπε: «Τώρα κατάλαβα. Η υπακοή είναι η σκάλα προς τον Θεό».
Κι από τότε, έλεγε η παράδοση, ο νεαρός μοναχός έγινε ειρηνικός, χωρίς φιλοδοξίες, και έβρισκε τον Θεό όχι στα μεγάλα θαύματα που επιθυμούσε, αλλά στην απλότητα της καθημερινής υπακοής.
