Με απόφασή του στις 8 / 18 Μαρτίου 1908 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκχωρεί με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας, το δικαίωμα της πνευματικής εποπτείας όλου του ελληνόφωνου κόσμου εκτός ελληνικών συνόρων ώστε, να μπουν σε μια κανονική τάξη όλες οι εκκλησιαστικές αντικανονικές αυθαιρεσίες των κοινοτήτων των Ελλήνων του εξωτερικού και εκτός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρισκόταν και στις δυο μεριές του Ατλαντικού. Το Πατριαρχείο σύμφωνα με τον 28ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου κατείχε μόνο αυτό και κανένα άλλο το δικαίωμα, να χειροτονεί «τους εν τοις βαρβαρικοίς» αρχιερείς. Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1908 περιλάμβανε πέντε όρους, σύμφωνα με τους οποίους ο Οικουμενικός θρόνος εκχωρεί στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος την πνευματική εποπτεία των Ορθόδοξων σε Ευρώπη και Αμερική με μοναδική εξαίρεση την πόλη της Βενετίας, που παρέμενε για ιστορικούς λόγους στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ στη δεύτερη πατριαρχεία του, αντιλαμβανόμενος τις ανυπέρβλητες δυσκολίες της διαποίμανσης των ελληνόφωνων πληθυσμών της διασποράς, την ώρα που οι Νεότουρκοι από τη μια και ο επερχόμενος πόλεμος από την άλλη θα δημιουργούσαν τις συνθήκες εκείνες που το Πατριαρχείο θα δεχόταν πιέσεις, βοήθησε στην απόφαση του για την εκχώρηση της διασποράς στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ας μην ξεχνάμε ήταν η περίοδος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αρχίσει να κάνει ταμείο με την Ιστορία. Μέχρι τότε κάθε κοινότητα της διασποράς επικοινωνούσε με διαφορετική εκκλησιαστική αρχή (Αθήνα ή Κωνσταντινούπολη) για να ζητήσει το διορισμό κάθε νέου εφημερίου της, με μοναδικό προσόν τις περισσότερες φορές για την πρόσληψή του, τον τόπο καταγωγής του υποψήφιου εφημέριου μιας κοινότητας που συνέπιπτε με την καταγωγή των περισσοτέρων μελών της εκάστοτε Ορθόδοξης κοινότητας. Έτσι, η πλειοψηφία των μελών της Ορθόδοξης ελληνόφωνης κοινότητας εάν προερχόταν εντός ή εκτός ελληνικών συνόρων απευθυνόταν αναλόγως στην Αθήνα ή στο Φανάρι για το διορισμό εφημερίου. Στο κείμενο αυτό του 1908 υπήρχε ειδική ξεκάθαρη αναφορά ότι μόνο το Πατριαρχείο είχε το μοναδικό και νόμιμο δικαίωμα στις περιοχές αυτές, τις οποίες παραχωρούσε προσωρινά στην Εκκλησία της Ελλάδος. Η υποχρέωση της Ιεράς Συνόδου θα ήταν να στείλει άμεσα στο εξωτερικό έναν Ορθόδοξο επίσκοπο που θα ήταν Έλληνας ο οποίος θα οργάνωνε τις τοπικές κοινότητες. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δέχθηκε αμέσως όλους τους όρους που έθετε ο Τόμος του 1908, ωστόσο για τα επόμενα χρόνια η κατάσταση δεν κατάφερε να βελτιωθεί καθόλου προς το καλύτερο, αφού η στασιμότητα στα εκκλησιαστικά πράγματα για την Ελλάδα ήταν μια μόνιμη κατάσταση. Ο πρώτος που κατάλαβε το μέγεθος του προβλήματος που είχε προκύψει ήταν ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης, ο οποίος προσφέρθηκε να λύσει και αυτό το ζήτημα άμεσα, τόσο ως προκαθήμενος της Εκκλησία της Ελλάδος όσο και αργότερα ως Οικουμενικός Πατριάρχης[1].
Η ανάλυση του μεγέθους αυτού του προβλήματος της εκκλησιαστικής αναρχίας που ήταν υπαρκτό σε καθημερινή βάση σε όλες της περιοχές που υπήρχαν ελληνόφωνες κοινότητες της διασποράς σε Ευρώπη και Αμερική, έγινε με μια εμπεριστατωμένη μελέτη του καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιεράρχη, του Πατρών Νικηφόρου Καλογερά (1835 – 1896) που δημοσιεύτηκε στο έντυπο «Ευαγγελικός Κήρυξ». Όμως, στη συγκεκριμένη αναφορά ο αρχιερέας δεν αναφερόταν καθόλου στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ως κανονικής εποπτεύουσας αρχής επί των ελληνόφωνων κοινοτήτων στο εξωτερικό. Μέσα σε αυτό το κλίμα, φαίνεται ολοκάθαρα ότι οι πνευματικοί δεσμοί των Ελλήνων που ζούσαν στο εξωτερικό με τον Οικουμενικό θρόνο είχαν χαλαρώσει πάρα πολύ, ώστε, να μη δίνουν καμία σημασία σε ανάλογα θέματα. Εξάλλου, ο εθνικισμός στη συγκεκριμένη περίοδο ήταν στο ζενίθ, και όλοι σχεδόν οι Έλληνες εντός και εκτός συνόρων διαπνέονταν από το πνεύμα του εθνικισμού που αναζωπύρωνε η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, η οποία κυριαρχούσε στο πολιτικό σκηνικό, και μεσουρανούσε στον εκκλησιαστικό οργανισμό. Στο παρελθόν είχε παρουσιαστεί το εξής φαινόμενο, όσοι χριστιανοί ελληνόφωνοι είχαν το διαβατήριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα χέρια τους και η επιχείρηση τους είχε έδρα εντός των ορίων της, δεν ήθελαν όταν διέμεναν ή δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό να αυτονομηθούν για διαφόρους λόγους από την πνευματική εποπτεία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και να ακολουθούν τη γραμμή του εθνικού κέντρου που εκπροσωπούσε η ελληνική κυβέρνηση, και επιβαλλόταν με το πολιτειοκρατικό σύστημα στην Εκκλησία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα όσων Ορθοδόξων προερχομένων από περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εκκλησιάζονταν σε ναούς μαζί με Έλληνες υπηκόους στη γηραιά ήπειρο, απείχαν συνειδητά από τις εθνικές εορτές του Βασιλείου της Ελλάδος που πραγματοποιούνταν στο εξωτερικό, για την έναρξη του Αγώνα του 1821. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ανιχνεύσουμε τις αποφάσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Νεοελληνικό κράτος, που φρόντιζαν άμεσα στις ελληνόφωνες κοινότητες του εξωτερικού να διορίζουν σε θέσεις κλειδιά εφημερίων και δασκάλων, ανθρώπους που είχαν μόνο υπηκοότητα και διαβατήριο του βασιλείου της Ελλάδας για να καλυφθούν οι κενές θέσεις από Έλληνες πολίτες που θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς και σχεδιασμούς του κράτους. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που έπαιξε ρόλο στην αφύπνιση της ελληνικής κυβερνήσεως αλλά και της Ιεράς Συνόδου, ήταν η απαίτηση των υπολοίπων χριστιανών εκτός βασιλείου, που αντιδρούσαν δυναμικά σε όσους από την εκκλησιαστική τους κοινότητα έψαλαν στους ναούς το πολυχρόνιο του βασιλέως της Ελλάδος Όθωνα[2].
Για να μην υπάρχουν προστριβές μεταξύ των χριστιανών, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όπως διατυπωνόταν στην εκκλησιαστική τους αλληλογραφία της εποχής, ήλπιζε για μία κανονική και λυσιτελή λύση του τεράστιου αυτού ανοικτού θέματος. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης τελικά αποφάσισε για τις ανάγκες των καιρών, την εκχώρηση του αναφαίρετου δικαιώματός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δηλαδή, «της πνευματικής προστασίας και εποπτείας επί πασών των εν διασπορά, εν τε τη Ευρώπη και Αμερική και τας λοιπαίς χώραις». Έτσι, στις 18 /03/1908 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξέδωσε Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, που τον έστειλε μαζί με ένα πατριαρχικό γράμμα με τον απεσταλμένο της τον αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού θρόνου στην Εκκλησία της Ελλάδος[3].
Η Εκκλησία της Ελλάδος στην ουσία δεν έδωσε καμία σημασία στην αναδιοργάνωση της ελληνόφωνης διασποράς. Η άνοδος στο θρόνο της μητροπόλεων Αθηνών του από Κυτίου της Κύπρου μητροπολίτη Μελετίου Μεταξάκη θα αλλάξει αμέσως τον τρόπο αντιμετώπισης της ελληνόφωνης διασποράς κυρίως στις ΗΠΑ. Όλους τους Ορθοδόξους σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα νόμο στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, εκπροσωπούσε ο Ρώσος ιεράρχης. Η έλλειψη αρχιερέα από την Ελλάδα σύμφωνα με τον πρεσβευτή του ελληνικού κράτους Γεώργιο Ρούσο στις ΗΠΑ ήταν μια αρνητική εξέλιξη κυρίως για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Η ύπαρξη εκκλησιαστικών λειτουργών από την Εκκλησία της Ελλάδος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, θα έδινε την ευκαιρία να ενημερωθούν οι πολίτες της Αμερικής για την πολύπλευρη προσφορά της Ελλάδος στο πλευρό των χωρών της Αντάντ στην περίοδο του Μεγάλου Πολέμου. Εξάλλου ο κλήρος της Αμερικής ασκούσε μεγάλη επιρροή στην κοινή γνώμη της χώρας τους. Αυτό έδινε την ευκαιρία στην ομάδα των κληρικών που επισκέφθηκε την Αμερική να αναπτύξει την επικοινωνιακή πολιτική της Ελλάδος[4].
Εκείνη την περίοδο ο εθνικός διχασμός από το 1915 είχε κατακτήσει όλους τους Έλληνες εντός και εκτός συνόρων. Ο Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης με την μετάβασή του στις ΗΠΑ προσπαθούσε να τακτοποιήσει και αυτό το φλέγον ζήτημα, του οποίου τις μακροχρόνιες επιπτώσεις που επέφερε ο εθνικός διχασμός στην Εκκλησία της Κύπρου τις είχε ζήσει από πρώτο χέρι, αφού ο ίδιος προσωπικά ως μητροπολίτης Κυτίου τον εθνικό διχασμό τον είχε φέρει στην Κύπρο, βιώνοντας τα αρνητικά του αποτελέσματα[5].
Μετά από τις υπογραφές των Συνθηκών του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913 και των Αθηνών στις 1 Νοεμβρίου 1913 τα εδάφη της Μακεδονίας, Θράκης και της Ηπείρου, αποδόθηκαν στο ελληνικό κράτος, ενώ στις αρχές του 1914 με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας όσα νησιά είχε καταφέρει ο ελληνικό ναυτικό να καταλάβει πέρασαν και αυτά στην Ελλάδα, εκτός από τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο. Το νέο εδαφικό καθεστώς των περιοχών που μόλις είχαν ενσωματωθεί στο Βασίλειο της Ελλάδος, δεν άφηνε για μια ακόμα φορά περιθώριο στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως όπως είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν (1821), να έχει υπό την πνευματική του δικαιοδοσία και διοίκηση όλες αυτές τις εκκλησιαστικές επαρχίες που είχαν αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία για ευνόητους λόγους. Το Οθωμανικό κράτος δεν επέτρεψε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την συμμετοχή των αρχιερέων που οι έδρες τους δεν υπαγόταν πλέον στο Οθωμανικό κράτος να συμμετάσχουν στην Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έτσι, υποχρέωσαν τον Πατριάρχη Γερμανό Ε΄, να απομακρυνθούν οι συνοδικοί αρχιερείς Ιωαννίνων Γερβάσιος, Μυτιλήνης Κύριλλος, Σισιανίου και Σιατίστης Ιερόθεος, Ελευθερουπόλεως Γερμανός, Κασσανδρείας Ειρηναίος και Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων. Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε στις περιοχές που είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος να επιβληθούν οι νόμοι που ίσχυαν και για τις μητροπόλεις της Παλαιάς Ελλάδος. Έτσι, όλοι οι θεσμοί διοικήσεως που ίσχυαν για τις εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες υπό την πνευματική του Οικουμενικού Θρόνου, δεν μπορούσαν πλέον να λειτουργούν. Οι μητροπολίτες αυτοί αρχικά δεν ανήκαν σε καμία σύνοδο, ευρισκόμενοι αναγκαστικά σε πλήρη απομόνωση. Έτσι, Πατριαρχείο, η ελλαδική Εκκλησία και η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να λύσουν αυτό το μεγάλο πρόβλημα για τις λεγόμενες Νέες Χώρες με όλους τους εμπλεκόμενους να προσπαθούν να διαχειριστούν την κατάσταση. Όμως, η τελική λύση θα διδόταν το 1928 μετά από έντονο παρασκήνιο, εμπλεκομένης και της κυβερνήσεως των Αθηνών[6].
Η εκλογή του Μεταξάκη ως Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ έγινε μέσα σε ένα ταραχώδης ενδοεκκλησιαστικό και πολιτικό σκηνικό πολέμου. Ο Πατριάρχης Μελέτιος Δ΄ μετά τις αρνητικές εξελίξεις γύρω από τα εκκλησιαστικά και εθνικά θέματα αποφάσισε να αποκτήσει ξανά τον πνευματικό έλεγχο των περιοχών που είχε το 1908 παραχωρήσει στην Εκκλησία της Ελλάδος. Έτσι, στις 1 / 14 Μαρτίου 1922 με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη έγινε η άρση του Τόμου του 1908, ανοίγοντας ουσιαστικά το δρόμο ο Μελέτιος Δ΄ για την ύπαρξη ενός αυτόνομου κανονικού εκκλησιαστικού καθεστώτος στην Αμερική. Σύμφωνα με το κείμενο της άρσης του Συνοδικού Τόμου όπως δημοσιεύθηκε στο δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «Εκκλησιαστική Αλήθεια» υπήρξαν τέσσερεις λόγοι που ανάγκασαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να ακολουθήσει αυτό το δρόμο: «Επειδή ο σκοπός της εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος εκχωρήσεως κατ’ οικονομίαν και υπό τύπον εντολής του δικαιώματος της διοικήσεως των εν τη διασπορά Ορθοδόξων Ελληνικών Παροικιών ουκ ευωδώθη. Επειδή ουκ ετηρήθησαν, ουδέ εξετελέσθησαν οι όροι της εκχωρήσεως οι διαλαμβανόμενοι εν τω Πατριαρχικώ και Συνοδικώ Τόμω τω απολυθέντι υπό ημερομηνίαν η΄ Μαρτίου 1908. Επειδή εκλιπουσών ήδη των από των καιρικών περιστάσεων αφορμών, συνεξέλιπε και ο απ’ αυτών σοβαρός λόγος ο εις την κατ’ οικονομίαν διευθέτησιν εκείνην αγαγών. Επειδή εκ της εκχωρήσεως ποικίλη προέκυψε κανονική ανωμαλία την ενότητα διαταράττουσα της εκκλησιαστικής διοικήσεως»[7].
[1] Ν. Ντάλντας, Η Ορθόδοξη «Διασπορά» στη Δύση, τ. Α΄, έκδοση Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σελ. 36 – 38.
[2] Παναγιώτης Φούγιας, Φανάρι – Αθήνα παραλειπόμενα, εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 41 – 44.
[3] Βαρνάβας Τζωρτζάτος (μητροπολίτης), «Η εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος υπαγωγή των εν διασπορά Ελληνικών Εκκλησιών και ανάκλησις αυτής», στο περιοδικό Θεολογία, τόμος ΜΗ΄ / 1977. (Ανάτυπο).
[4] Ανδρέα Φυτράκη, Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης. Μνήμη επί τη 100η επετείω από της γεννήσεως αυτού, Εν Αθήναις 1973, χ. ε., σελ. 28 – 29.
[5] Γεώργιος Γεωργής, «Το προξενείο της Ελλάδος στην Κύπρο κατά την περίοδου του διχασμού», στο Γ. Καζαμίας – Π. Παπαπολυβίου (επιμ.), Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Κύπρος , Πρακτικά συνεδρίου, εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2008, σελ. 123.
[6] Γ. Πρίντζιπας, Οι μεγάλες κρίσεις στην Εκκλησία. Πέντε σταθμοί στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκδόσεις Προσκήνιο, Χαλάνδρι 2004, σελ. 68 – 70. Βλέπε, Γ. – Σ. Μάμαλος, Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 1927 – 1972. Διεθνής πολιτική και Οικουμενικός προσανατολισμός, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2011, σελ. 89 – 91.
[7] Ν. Ντάλντας, Η Ορθόδοξη…, ό. π., σελ. 44- -45.
