Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα - Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Ένα από τα πιο παρεξηγημένα ζητήματα στην Ελλάδα της σύγχρονης εποχής  είναι ο χαρακτηρισμός των συχνών παρεμβάσεων της Εκκλησίας σε θέματα της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας. Αυτό είναι πιο εμφανές στη σημερινή πολιτική συγκυρία, κατά την οποία την εξουσία κατέχει μια κυβέρνηση εθνομηδενιστών πολιτικών. Έτσι, κάθε φορά που η Εκκλησία, δια των κατά τόπους Ιεραρχών ή δια της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, σχολιάζει δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών ή συμβάντα του δημόσιου βίου ή  προβαίνει σε κάποιο ανακοινωθέν με αφορμή ορισμένο μελετώμενο ή ψηφισθέν κυβερνητικό μέτρο, ακολουθεί η αξιολόγηση της σχετικής εκκλησιαστικής αντίδρασης: «Αυτό που κάνει η Εκκλησία συνιστά ανεπίτρεπτη πολιτική παρέμβαση. Η Εκκλησία, καθ’ υπέρβαση του θεσμικού της ρόλου, αρθρώνει πολιτικό λόγο. Εμείς δεν παρεμβαίνουμε στα του οίκου της». Άλλοι το λένε και πιο χύμα: «Οι παπάδες να ασχοληθούν με τα καντήλια και τις εκκλησίες και να μη μετατρέπουν κάθε τόσο τους άμβωνες ή τα τηλεοπτικά “παράθυρα” σε πολιτικά μπαλκόνια». Αυτά όλα θέτουν επιτακτικά το ερώτημα του τίτλου, οι δε επακολουθούσες αναπτύξεις, εξηγούν, γιατί η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι καταφατική. 

Οι διακριτοί ρόλοι Εκκλησίας και Πολιτείας

Η Εκκλησία και η Πολιτεία έχουν, όπως ορθά υποστηρίζεται, διακριτούς ρόλους. Εύλογα άλλωστε, αφού είναι προσανατολισμένες σε διαφορετικούς στόχους. Η Πολιτεία αποβλέπει στα εγκόσμια, ενώ η Εκκλησία στα υπερκόσμια. Όταν όμως μιλούμε για «διακριτούς ρόλους» Εκκλησίας και Πολιτείας, εννοούμε άσκηση της δικαιοδοσίας του αντίστοιχου φορέα εξουσίας μέσα σε ένα χώρο αποκλειστικά δικής του δράσης σαφώς οριοθετημένο και απρόσιτο στις παρεμβάσεις του άλλου φορέα. Μέσα στον χώρο αυτό κάθε φορέας έχει αυτοδύναμη εξουσία. Αποφασίζει δηλ. με δικά του κριτήρια για τα θέματα της αρμοδιότητάς του έχοντας ασφαλώς την αντίστοιχη ευθύνη για τις επιλογές του.  Ωστόσο κατά την άσκηση της σχετικής εξουσίας τους οι φορείς των διακριτών ρόλων δεν είναι «εμφιαλωμένοι» σε στεγανές γυάλες. Η ενεργοποίηση των ρόλων τους συντελείται με δράση  μέσα στην κοινωνία. Από την κοινωνία στρατολογεί τους πιστούς της η Εκκλησία, για να τους εκπαιδεύσει, ώστε να γίνουν πολίτες της Βασιλείας των Ουρανών. Και στην κοινωνία ζει ο λαός που αποτελεί την πηγή κάθε πολιτειακής εξουσίας. 

Σημεία συνάντησης των διακριτών ρόλων

Στις κοινωνικές τους λοιπόν «διαδρομές» τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας και της Εκκλησίας στο πλαίσιο της άσκησης των διακριτών τους ρόλων συναντώνται πολλές  φορές σε ορισμένα κοινού ενδιαφέροντος σημεία. Ο Λαός π.χ. που είναι συστατικό στοιχείο του Κράτους, είναι παράλληλα και ποίμνιο της Εκκλησίας. Αντίστοιχα η εδαφική έκταση της χώρας που είναι η οριοθετημένη περιοχή άσκησης των εξουσιών του Κράτους είναι ενταυτώ και χώρος της πνευματικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας. Από την άποψη αυτή, όταν λ.χ. η Εκκλησία απορρίπτει τον νόμο ή το νομοσχέδιο για τις εκτρώσεις, προστατεύει και αυτή, όπως και η Πολιτεία, το δικαίωμα στη ζωή έχοντας όμως διαφορετική άποψη ως προς τος εύρος της προστασίας αυτού του αγαθού που είναι δώρο του Θεού. Επίσης, όταν η Εκκλησία επικρίνει τον νόμο για την αλλαγή φύλου ή τις περικοπές των επιδομάτων στους πολύτεκνους, εκφράζει με τον τρόπο αυτό την αγωνία της για την αλλοτρίωση ή την επιβίωση του λαού, δηλ. του ποιμνίου της. Γενικότερα πάντως πρέπει να λεχθεί ότι η αυτοδυναμία του διακριτού ρόλου κάθε φορέα θέτει μεν φραγμό στις παρεμβάσεις τρίτων κατά την άσκηση της εξουσίας του, δεν αναιρεί όμως το δικαίωμα κανενός και συνεπώς και το δικαίωμα του άλλου φορέα στον έλεγχο και στην κριτική των έργων και των πράξεών του. Σε μια δημοκρατική κοινωνία ουδείς είναι στο απυρόβλητο της κριτικής. Όποιος απαξιώνει με διάφορους τρόπους την κριτική του άλλου, δεν υπερασπίζεται την αυτοδυναμία του ρόλου του, αλλά προσπαθεί να παραμερίσει εμπόδια στην ανεξέλεγκτη άσκηση της εξουσίας του. Είναι λοιπόν άστοχο να λέγεται   από την μεριά της κυβέρνησης και όσων συντάσσονται με τις απόψεις της ότι κάθε φορά που η Εκκλησία αρθρώνει ενοχλητικό για την πολιτειακή εξουσία πολιτικό λόγο αντιποιείται την άσκηση εξουσίας που ανήκει στην Πολιτεία.

Χαρακτήρας του πολιτικού λόγου της Εκκλησίας

Πρέπει να γίνει σαφές σε όλους ότι ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας δεν είναι λόγος κομματικός. Η Εκκλησία δεν αποτελεί κομματικό σχηματισμό, που αποβλέπει στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας μέσα από την αντιπαράθεση με τα άλλα κόμματα. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας είναι λόγος πατριωτικός. Λόγος φροντίδας και αγωνίας για τον λαό, την πατρίδα και το Έθνος. Όταν μιλάει η Εκκλησία για την Μακεδονία ή την Θράκη δεν αντιπολιτεύεται καμιά κυβέρνηση και κανένα κόμμα. Δεν σφετερίζεται κυβερνητικές ή κομματικές ιδιοκτησίες, διότι η Μακεδονία, η Θράκη και οι άλλες περιοχές της Ελλάδος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Ανήκουν στην Πατρίδα. Και δεν πρέπει να αδικούμε την ευαισθησία και τον πόνο της Εκκλησίας για αυτήν, αφού πρόσφερε αίμα και ψυχή για να την κρατήσει ζωντανή.

Όσοι λοιπόν επικαλούνται σήμερα αστόχως τον διακριτό ρόλο της Εκκλησίας, για να της κλείσουν το στόμα, καλό θα ήταν να ξαναδιαβάσουν πιο προσεκτικά την ελληνική ιστορία. Και τότε θα δουν καθαρά τον άλλο ρόλο της Εκκλησίας, στον οποίο οφείλουν την ελευθερία τους να ασχημονούν σε βάρος της. Η Εκκλησία, όπως όλοι οι άλλοι φορείς και οι πολίτες αυτής της χώρας, έχει πολιτικό λόγο που θα μπορούσε μάλιστα υπό τις παρούσες συνθήκες να ήταν πιο σκληρός. Έτσι, εάν η εκάστοτε Κυβέρνηση θέλει να μη την «μαστιγώνει» ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας, ας φροντίσει να πολιτεύεται, όπως υπαγορεύει η συνείδηση του Έθνους.