Γράφει ο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας

Η διήγηση περί της δημιουργίας στην αρχή του βιβλίου της Γένεσης (1,1-2,3) προστέθηκε σε μια μεταγενέστερη σχετικά εποχή. Δεν μπορούμε να πούμε πότε ακριβώς έλαβε τη σημερινή της μορφή, πάντως βλέπουμε ότι είναι έργο ενός ποιητού, ο οποίος όμως συνέθεσε τη διήγηση βάσει μωσαϊκών παραδόσεων. Η κατασκευή του κεφαλαίου είναι τέτοια, ώστε να αναπτύσσει την ιδέα ότι όλα τα πράγματα ήρθαν σε ύπαρξη με το θέλημα του Θεού. Μέρα με την ημέρα, βήμα προς βήμα προχωράει το έργο της δημιουργίας και τη διήγησή του ο ποιητής κατακλείει με τις φράσεις: «Τελείωσε, λοιπόν, η δημιουργία του ουρανού και της γης και ολόκληρης της στρατιάς τους. Την έβδομη μέρα ο Θεός τέλειωσε το έργο του που έκανε• και αναπαύτηκε την έβδομη μέρα από όλα τα έργα που έκανε» (Γεν. 2,1-2) (1).

Ειδωλολατρικές πλάκες περί της δημιουργίας

Στα νεώτερα σχετικώς χρόνια ανακαλύφθηκε μια έκθεση περί της δημιουργίας όμοια με αυτή του πρώτου κεφαλαίου της Γένεσης. Τον 7ο αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασσουρμπανιπάλ (Assur-bani-pal) δημιούργησε στη Νινευή μία τεράστια βιβλιοθήκη από πήλινες πλάκες. Οι πλάκες αυτές ανακαλύφθηκαν και αποκρυπτογραφήθηκαν, κατέληξαν δε στο συμπέρασμα και από άλλες σχετικές ανακαλύψεις, ότι τα πρωτότυπά τους φτάνουν τουλάχιστον περί το 2200-1800 π.Χ. Οι πλάκες που μιλάνε για τη δημιουργία, είναι γεμάτες από πολυθεϊστικές ιδέες και αντιτίθενται σ᾿ αυτό δυνατά, με τον καθαρό μονοθεϊσμό του κεφ. 1 της Γένεσης. Συμβαίνει όμως η διήγηση αυτή της Γένεσης περί της δημιουργίας να έχει μία πολύ μεγάλη ομοιότητα με τη γλώσσα των παραπάνω πινάκων, που δεν μπορεί να είναι τυχαία (2).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Με πόση τάξη είναι γραμμένη η πρώτη διήγηση περί δημιουργίας (Γεν. 1,1–2,3) φαίνεται και από την κατά ζεύγη, ως προς την έννοια, αναφορά των δημιουργικών ημερών:

Την 1η και 2η ημέρα έχουμε τη διαίρεση (φωτός από το σκότος και νερών από νερά).

Την 3η και 4η ημέρα έχουμε την άψυχη φύση (η ξηρά γη και τα φυτά, τα ουράνια φωτεινά σώματα).

Την 5η και 6η ημέρα έχουμε την έμψυχη κτίση (πτηνά και ιχθύες, ζώα της ξηράς και άνθρωπος).

Ο H. Woods στο άρθρο του Hexateuch στο Hastings᾿ Dict. Bible, τομ. ΙΙ, σ. 364β φέρει σε σαφή αντίθεση τις δύο διηγήσεις περί δημιουργίας και λέει: «Ας παρατηρήσουμε τη λίαν αξιοσημείωτη διαφορά στον όλο τόνο και χαρακτήρα των δύο διηγήσεων της δημιουργίας. Γεν 1,1-2,4α και 2,4β εξ. Η πρώτη περιγράφει τη δημιουργία ότι έγινε κατά μια συστηματική τάξη, ότι έφθασε στο αποκορύφωμά της με τη δημιουργία του ανθρώπου, που δημιουργήθηκε άρσεν και θήλυ, ότι όλα έγιναν από το μηδέν με το πρόσταγμα «Γενηθήτω» του Παντοδυνάμου Θεού. Κατά τη δεύτερη όμως διήγηση, όλα τα άλλα πράγματα, τα ανήκοντα στη γη (τα ουράνια σώματα δεν μνημονεύονται) έγιναν μετά τη δημιουργία του πρώτου ανθρώπου, για να αναπληρώνουν τις ελλείψεις του και η διήγηση τελειώνει με τη δημιουργία της γυναίκας». Περί αντιθέσεως των δυό διηγήσεων περί δημιουργίας μιλάει και ο Driver, λέγοντας ότι η πρώτη διήγηση φέρει σαφή σημάδια σπουδής και συστηματοποίησης, ενώ η δεύτερη φαίνεται αυθόρμητη και σχετικά αρχέγονη (Genesis, σ. 35).

6. Ο Ball, στο βιβλίο του Light from the East σ. 2, καθορίζει την αρχή των πλακών περί της δημιουργίας στην 3η χιλιετηρίδα π.Χ. Ο Sayse όμως, εις Higher Criticism and Monuments σ. 62, νομίζει ότι οι πλάκες αυτές στην παρούσα τους μορφή ανήκουν σε μια μετέπειτα εποχή. «Το έργο», παρατηρεί, «αναπνέει τόσο τέλεια τον αέρα μιάς μετέπειτα φιλοσοφίας, που έχει περιορίσει τις θεότητες της αρχαιότερης πίστης σε απλές αφηρημένες έννοιες και φυσικές δυνάμεις, ώστε πολύ αμφιβάλλω αν θα πρέπει να το προσδιορίσω σε μια παλαιότερη επόχη ή στον 7ο αιώνα π.Χ.». Ο Gunkel στο έργο του Schöpfung und Chaos φρονεί ορθώς ότι οι Εβραίοι διηγούντο προφορικά τη διήγηση περί δημιουργίας πολύ προτού καταγραφεί στο κεφ. 1 της Γένεσης. Στα κύρια σημεία υπάρχουν συνταυτίσεις μεταξύ της βαβυλωνιακής και εβραϊκής ιστορίας περί της δημιουργίας: 1) Και οι δυό ιστορίες τοποθετούν νερό και σκοτάδι μόνο στην αρχή των πραγμάτων. 2) Και οι δυο προσωποποιούν το χάος με το ίδιο όνομα Tehom = Tiamat. 3) Και στις δύο ιστορίες η εμφάνιση του φωτός είναι η αρχή μιάς νέας τάξης. 4) Και στις δύο η δημιουργία του ουρανού πραγματοποιείται με τη διαίρεση των υδάτων, του πρωταρχικού κατακλυσμού, στα ύδατα που είναι επάνω και στα ύδατα που είναι κάτω από το στερέωμα. 5) Οι έξι δημιουργικές πράξεις είναι ίδιες και σχεδόν στην ίδια τάξη. Ο Driver, Genesis σ. 27, λέει: «Οι επιγραφές που διατηρήθηκαν σ᾿ αυτές τις πλάκες... σχηματίζουν πραγματικά ένα είδος επικού ποιήματος και στο οποίο διακηρύσσεται πως, μετά από έναν δυνατό αγώνα, κατεβλήθησαν οι  δυνάμεις του χάους και του σκότους και δημιουργήθηκε ο κόσμος του φωτός και της τάξης».

Για τον αγώνα μεταξύ του Γιαχβέ και Tehom, Leviathan και Rahab, που προσωποποιούν τις δυνάμεις του Χάους, βλ. Oesterley, The Evolution of the Messianic Idea και Zimmern, Babylonian and Hebrew Genesis. Επίσης βλ. G. F. Hasel, «The Significance of the Cosmology in Gen 1 in Relation to Ancient Near Eastern Parallels», Andrews University Seminary Studies 10 (1972) 1-20. Του ιδίου, «The Polemic Nature of the Genesis Cosmology», Evangelical Quarterly 46 (1974) 81-102. J. O’Brien and W. Major, In the Beginning: Creation Myths from Ancient Mesopotamia, Israel and Greece, Chico: Scholars Press, 1982. Rapaport I., The Babylonian Poem «Enuma Elish» and Genesis Chapter One, Melbourne, 1979. Βλ. και βιβλιογραφία στην εισαγωγή του υπομνήματος στη Γένεση του J. G. Wenham, εις Word Biblical Commentary.

Η ανωτερότητα της εβραϊκής διήγησης περί δημιουργίας κείται 1) στην απουσία των μυθολογικών λεπτομερειών• 2) στον τονισμό ότι ο Θεός υπήρχε πριν από όλα τα πράγματα και δεν ήρθε σε ύπαρξη (όπως οι θεοί του βαβυλωνιακού μύθου) για να δώσει τάξη και αρμονία στην ύλη και 3) στη σαφή έννοια ότι ο Θεός είναι πάνω από όλα και διάφορος από τα δημιουργηθέντα πράγματα.