Toυ Κώστα Τζίμα

H οσία Ευδοκία καταγόταν από την Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας της Φοινίκης. Τα πρώτα χρόνια της τα έζησε μακριά από την Εκκλησία, μέσα σε «έρωτες και πλούτη». Στη συνέχεια, όμως, όταν ήρθε σε επαφή με έναν μοναχό, ονόματι Γερμανό, ο οποίος κήρυσσε λόγους ευσεβείας και μετανοίας, ακολούθησε τον δρόμο του Θεού. Ο Γερμανός ήταν ένας μοναχός με βαθιά πίστη και πολλά πνευματικά χαρίσματα. Πηγαίνοντας, λοιπόν, προς την πατρίδα του, έμεινε σε κάποιο σπίτι κοντά σε αυτό της οσίας.

Ενα βράδυ η Ευδοκία τον άκουσε που μιλούσε για τη Θεία Κρίση, την κόλαση των αμαρτωλών και την ανταπόδοση των δικαίων. Οταν ξημέρωσε, προσκάλεσε τον μοναχό να της εξηγήσει όλα αυτά που είχε ακούσει. Ο μοναχός την παρότρυνε να βαπτιστεί χριστιανή και να σκορπίσει σωστά τον πλούτο που κακώς είχε αποκτήσει και να τον μοιράσει σε φτωχούς. Ο μοναχός τη συμβούλευσε να προσευχηθεί στον Θεό για μία εβδομάδα με νηστεία, για να της δείξει το θέλημά Του.

Η Ευδοκία ακολούθησε πιστά τις εντολές του. Αφού πέρασε μία εβδομάδα και βγήκε από το κελί, ο Γερμανός τη ρώτησε εάν ο Θεός της έδειξε κάποιο σημείο Του. Οπως του περιέγραψε, καθώς προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια, ενθυμούμενη τις αμαρτίες της, είδε πριν ξημερώσει φως τεράστιο πάνω από τον ήλιο και έναν λαμπερό νέο, ο οποίος την άρπαξε και την ανέβασε στον ουρανό. Εκεί είδε άπειρους λευκοφόρους με την ίδια αστραφτερή μορφή, οι οποίοι την υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά. Καθώς έμπαινε σε αυτό το απερίγραπτο φως, φάνηκε έξω από την πόρτα ένας μεγάλος και άσχημος γίγαντας, ο οποίος, αφού της έτριξε τα δόντια του, φώναζε τόσο δυνατά, που όλος ο τόπος σείστηκε. Αρχισε, λοιπόν, σε κάποια στιγμή να φιλονικεί με τον οδηγό της, τον αρχάγγελο Μιχαήλ και να του λέει ότι, εάν σώσει αυτή, η οποία μίανε τόσους ανθρώπους με τις ασωτίες της, θα έπρεπε να σωθούν και όλοι αυτοί που έχουν αμαρτήσει.

Ο μοναχός, αφού άκουσε όλα αυτά τα θαυμαστά, τη διαβεβαίωσε ότι αυτό ήταν σημάδι από τον Θεό. Της έδωσε κουράγιο, την προέτρεψε να πενθήσει για τις αμαρτίες της, τη βοήθησε να μοιράσει την άπειρη περιουσία της, την έστειλε στον επίσκοπο της πόλης για να τη βαπτίσει και, στο τέλος, την οδήγησε στο γυναικείο μοναστήρι που είχε υπό την επίβλεψή του. Οταν κοιμήθηκε η γερόντισσα της μονής, οι άλλες μοναχές ψήφισαν την Ευδοκία για γερόντισσα.

Την εποχή που ηγεμόνας στην Ηλιούπολη ήταν ο Αυρηλιανός, κάποιοι από τους παλαιούς εραστές της Ευδοκίας, που άκουσαν ότι πίστεψε στον Χριστό και μόναζε σε μοναστήρι, έστειλαν μια ψευδή αναφορά στον βασιλέα και την κατηγόρησαν ότι είχε κλέψει βασιλικά χρήματα και με αυτά έχτισε μοναστήρια στην έρημο. Ο ηγεμόνας τότε κίνησε διωγμό και έστειλε τριακόσιους στρατιώτες με έναν άρχοντα να την πάρουν από τη μονή βιαίως, μαζί με τα χρήματα.

Επί τρία μερόνυχτα προσπαθούσαν να μπουν στο μοναστήρι, αλλά μια αόρατη δύναμη τους εμπόδιζε και τρεις ημέρες μετά κάποια αόρατη θανάσιμη πνοή τους εθανάτωσε και ξεψύχησαν όλοι, εκτός από τον άρχοντα και τρεις στρατιώτες, που έφεραν και το μήνυμα στον βασιλέα για το γεγονός. Τότε, ο ίδιος ο γιος του βασιλιά κίνησε εναντίον της αγίας, αλλά, καθώς πήγαινε έφιππος στο μοναστήρι, έπεσε και χτύπησε θανάσιμα. Τότε ο βασιλιάς έστειλε γράμμα στην αγία, η οποία ύστερα από προσευχή ανέστησε όχι μόνο τον γιο του βασιλιά, αλλά και όλους τους στρατιώτες που είχαν αιφνίδια πεθάνει ενώ πήγαιναν να τη συλλάβουν. Επειτα από αυτό το περιστατικό, ο Αυρηλιανός ακολούθησε τον δρόμο του Χριστού.

Τον Αυρηλιανό διαδέχτηκε ένας ειδωλολάτρης ηγεμόνας, ονόματι Διογένης, ο οποίος βασάνισε την αγία, αλλά κατά τα βασανιστήρια έγιναν τόσο πολλά θαύματα, που «αναγκάστηκε» και αυτός να πιστέψει. Μετά τον θάνατο του Διογένη, τον διαδέχτηκε ο Βικέντιος, ο οποίος πήρε πολύ σκληρά μέτρα κατά των χριστιανών. Για ακόμα μία φορά η οσία βρέθηκε απολογούμενη για την πίστη της. Ο Βικέντιος έστειλε στρατιώτες με εντολή να την αποκεφαλίσουν, όπως και έγινε την 1η του μηνός Μαρτίου.