Toυ Αριστομένη Ματσάγγα

Ψυχίατρος

Το καταθλιπτικό φάσμα δεν έχει πάντα το ίδιο σενάριο∙ και το ερώτημα μιάς επιτυχούς ψυχοθεραπευτικής προσπέλασης ανάγεται στο αν ο θεραπευτής μπορεί να ανταποκριθεί και συμβολικά και πραγματικά στην αναβίωση των παιδικών, πρωταγωνιστικών ρόλων. Το αίσθημα του κενού που νιώθει ο καταθλιπτικός, το αίσθημα του χάσματος, ενός μεγάλου ρήγματος που ζει στην ψυχή του, μοιάζει να είναι το αποτέλεσμα μια αδιαφορίας, την ονομάζουμε γενετική αδιαφορία, του αντικειμένου της αγάπης.

Και το αντικείμενο της αγάπης είναι το μητρικό πρότυπο. Από τη θέση δηλαδή της απαρέσκειας του μητρικού αντικειμένου, που είναι το πρωταρχικό αντικείμενο της ασυνείδητης επιθυμίας. Το άτομο, το οποίο προκαλεί, ή μάλλον, για να το πω διαφορετικά, συγκροτεί το υποκείμενο, ψαύοντας το σώμα του, φτιάχνοντας την ψυχή του, συγκροτώντας το εγώ, είναι η μητέρα, είναι το μητρικό αντικείμενο.

Αυτό το μητρικό αντικείμενο αδιαφορεί για το υποκείμενο το οποίο κρατάει στην αγκαλιά της, ή το φροντίζει. Και αυτή η αδιαφορία θεωρείται η θεμελιώδης αιτία για την πρόκληση της κατάθλιψης. Θα περιγράψω τον τρόπο με τον οποίο γίνεται. Η αγάπη εδώ είναι γενικά ένα είδος εν ανεπαρκεία∙ και ο καταθλιπτικός ταυτοποιείται με αυτή την ανεπάρκεια της αγάπης.

Ο καταθλιπτικός, ιδίως, βρίσκεται συνεχώς σε μια ετοιμότητα να προσχωρήσει, να καταλήξει στην παράνοια. Πολλές φορές, αν έχουμε συναναστραφεί, ή αν έχουμε στο σπίτι μας καταθλιπτικούς, θα ακούσουμε να λένε πράγματα, τα οποία εμείς τα θεωρούμε, στην κοινή λογική, παρανοϊκά. Οτι, π.χ. «αυτό το κακό, το οποίο έκανα, έχει βλάψει έναν πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων», ή ότι «πέρναγα στο μετρό και έσπρωξα μερικούς ανθρώπους και έπαθαν ατύχημα», ή ότι «η συμπεριφορά μου προκάλεσε πάρα πολύ μεγάλη ζημιά σε ορισμένους ανθρώπους».

Πρόκειται δηλαδή για έναν παρανοϊκό ιδεασμό, ο οποίος δεν είναι ούτε συμβατός με την πραγματικότητα, αλλά ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί από την ίδια την πραγματικότητα. Ο ρόλος του θεραπευτή, στην προκειμένη περίπτωση, είναι κυριολεκτικά να εγγυηθεί την παράμετρο της αγάπης∙ να αντέξει όλες εκείνες τις διασπασμένες πλευρές του εγώ του αρρώστου και τον ψυχικό του πόνο που του επεύει.

Να βρει, τέλος, τον τρόπο να προαγάγει τη διοχέτευση σε λόγο, να μετατρέψει δηλαδή σε λόγια, τις εμπειρίες που κάθε καταθλιπτικός, ιδιαίτερα δε αυτός που έχει αλλοιωθεί η προσωπικότητά του, κλίνει να επαναλαμβάνει αυτή την κατάθλιψη στην πράξη∙ να κόβει τα χέρια του, να κόβει τις φλέβες του, να κάνει απόπειρες, να κάνει χίλια δυο πράγματα.

Στη μείζονα κατάθλιψη, το αντικείμενο της αγάπης δεν αδιαφορεί απλώς για το υποκείμενο, έχει κυριολεκτικά εξοντωθεί, υπαιτιότητι της αμφιθυμίας του υποκειμένου. Ο θεραπευτής οδηγεί εδώ στη λήξη του το παρατεταμένο πένθος, ερμηνεύοντας ταυτόχρονα τη δυνητική ευφορική, ή μεγαλομανιακή συμπεριφορά του υποκειμένου.

Πρόκειται για μια μέθη συναισθημάτων, που συνιστά μια προσπάθεια ανατροπής της απώλειας, για την οποία σας μίλησα προηγουμένως. Συνοψίζοντας τους όρους της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, στο φάσμα της κατάθλιψης, σήμερα θεωρούμε διευκρινισμένα από θεωρητική άποψη τα εξής: η κατάθλιψη συνυφαίνεται με τη συμπεριφορά του μητρικού αντικειμένου, με πρότυπο τη μητέρα, στη φάση της ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξης, όπου συγκροτείται ως όλον το αντικείμενο και ανατέλλει η υποκειμενικότητα.

Ειδικότερα, στην ταξινομική διάσταση, σε αυτό που ονομάζουμε δυσθυμία, το αντικείμενο αγάπης, η μητέρα, παραμελεί τον ρόλο της, προδιαγράφοντας έτσι ένα αίσθημα απαξίωσης της προσωπικής ταυτότητας του υποκειμένου. Το θεραπευτικό σχέδιο έγκειται στο να αποκαταστήσει την υποκειμενική αξία (ο θεραπευτής)∙ αυτό που δεν έγινε τότε πρέπει να γίνει τώρα, ή μάλλον, στο εδώ και τώρα.

Δεύτερον, στην ταξινομική, νοσογραφική δηλαδή, διάσταση, συναισθηματική ψύχωση, το αντικείμενο της αγάπης, είτε απωλεσθέν, είτε νεκρωμένο το ίδιο, νεκρώνει με τη σειρά του το υποκείμενο. Μια μητέρα που ζει μια επιλόχεια κατάθλιψη νεκρώνει το βρέφος της. Το θεραπευτικό σχέδιο εδώ είναι να διεξαχθεί μέχρι τέλους το πένθος για τον θάνατο του αντικειμένου, ώστε να απεμπλακεί από τα σημαίνοντα του θανάτου.

Οι άρρωστοι πεθαίνουν στην πραγματικότητα με ψυχικά βασανιστήρια και θανατώνουν βασανίζοντας ψυχικά τον άλλον. Η δυνατότητα, λοιπόν, εγκατάστασης μια θεραπευτικής σχέσης, με στόχο την ιαματική ολοκλήρωση, ιδιαίτερα στη μείζονα κατάθλιψη, υπό την προϋπόθεση ότι ο θεραπευτής έχει το σθένος να την αντέξει, την ψυχραιμία να την οριοθετήσει και κυρίως το ταλέντο να την αναλύσει και να την οδηγήσει στην τελική λύση. Αυτός είναι ο δρόμος, τον οποίο πρέπει να ακολουθήσει ο θεραπευτής.

Aλλωστε, ανεξάρτητα από κάθε γενικό κριτήριο, η εμπειρία δείχνει ότι κάθε καταθλιπτικός άρρωστος ανταποκρίνεται στην ψυχοθεραπεία, όχι επί τη βάσει της κλινικής διάγνωσής του (π.χ. λέμε ότι αυτός πάσχει από κάποια νόσο κ.λπ.), αλλά κυρίως με το προσωπικό του ύφος. Και κάθε παραλήπτης, θεραπευτής δηλαδή, της καταθλιπτικής ιστορίας που φιλοδοξεί να τη θεραπεύσει με ψυχολογικά μέσα, χειρίζεται τη μεταβίβαση, αυτό που μεταφέρει ο καταθλιπτικός, ανάλογα με το δικό του ύφος και την ψυχολογική δεξιότητα, την οποία διαθέτει.

Η δυνατότητα ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης στην κατάθλιψη από την αρχή μέχρι το τέλος της καταθλιπτικής κλίμακας είναι πράγματι, και προπαντός, θέμα δεκτικότητας του θεραπευτή. Συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, να το πω με έναν ανάλογο τρόπο, αυτό το οποίο συμβαίνει όταν ένα παιδί, ένα βρέφος ξυπνάει στον ύπνο του ταραγμένο από έναν εφιάλτη και η μητέρα αντί να του λέει λόγια παρηγορητικά, το παίρνει στην αγκαλιά της και το λικνίζει με έναν αγαπητικό τρόπο και αυτό το λίκνισμα, το οποίο κάνει, ουσιαστικά αποτρέπει το παιδί από τον φόβο και από την τραγωδία.

Ο θεραπευτής δηλαδή της κατάθλιψης, βρίσκεται εκ των προτέρων σε μια κατάσταση διαθεσιμότητας, εκφρασμένης σε μια συναισθηματική στάση. Αυτή τη στάση, την ονομάζουμε ενσυναίσθηση.Ενσυναίσθηση ορίζεται η εσωτερική εμπειρία να αντιλαμβάνεται κανείς την ψυχολογική κατάσταση του άλλου προσώπου∙ στη βιβλιογραφία βέβαια ο όρος αντιστοιχεί σε μια συναισθηματική αναγνώριση της εμπειρίας του αρρώστου, η οποία είναι προϊόν μιας διαδικασίας ταυτίσεων και έχει αποδοθείστα ελληνικά με τον όρο ενσυναίσθηση.

Συνοπτικά, όντας ο θεραπευτής εκ των προτέρων διαθέσιμος, προσφέρεται στον καταθλιπτικό και στο μέτρο του δυνατού, τον θεραπεύει. Πλοηγός του, οδηγός δηλαδή, είναι η ενσυναίσθηση, η εμπαθητική στάση, η οποία δεν αναιρεί, αλλά εναρμονίζεται με την αρχή της θεραπευτικής ουδετερότητας και αυτό έχει εξαιρετική σημασία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εμπαθητική στάση του θεραπευτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας θεραπευτικός παράγοντας στην αντιμετώπιση του καταθλιπτικού αρρώστου, όταν αυτός εμφανίζει αυτοκτονικές τάσεις. Περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, ο αυτοκτονικός άρρωστος πρέπει να αποκτήσει τη βεβαιότητα ότι αυτός που ανέλαβε τη θεραπεία του, υπολογίζει πολύ στα σοβαρά τον αυτοκτονικό κίνδυνο, χωρίς όμως να πανικοβάλλεται από αυτόν∙ ότι επιπλέον συμμερίζεται την απελπισία που τον διακατέχει και κυρίως αποδέχεται και κατανοεί τους λόγους που μπορεί να τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία.

Η δεκτικότητα, η διαθεσιμότητα, η αποφυγή των συμβατικών υποδείξεων και της κριτικής, ακόμη και όταν ο άρρωστος φαίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα να την αποζητά, οργανώνουν ένα θεραπευτικό πλαίσιο, το οποίο δεν θα αιφνιδιαστεί από τη στιγμή που η μαζοχιστική πλευρά του καταθλιπτικού, προσδιορισμένη από ένα αρχαϊκό τιμωρό υπερεγώ, θα επιδιώξει να καταστήσει και τη σχέση με τον θεραπευτή ανενεργό, ή σαδιστικής τάξης, ή συχνά νεκρή.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη καταθλιπτική εικόνα, είναι η καταθλιπτική προσωπικότητα∙ στη διαγνωστική αυτή κατηγορία, η οποία μελετάται τελευταία, η κατάθλιψη εκφράζεται διαποτίζοντας κατά το μάλλον ή ήττον τις διαπροσωπικές σχέσεις, τη λειτουργικότητα του υποκειμένου, την εικόνα που έχει για τον εαυτό του και γενικά τον τρόπο ζωής του υποκειμένου.

Ο ίδιος ο Freud είχε επιμείνει, πέραν της συνάρτησης του πένθους με τη μελαγχολία, στην ανάγκη μελέτης του ηθικού μαζοχισμού, της υπερβολικής έξαρσης δηλαδή, στην ψυχική οργάνωση του ατόμου, μίας αυτοκριτικής τάσης, της παράδοξης δράσης εναντίον του συμφέροντος του υποκειμένου, όπως και εναντίον της δυνατότητας απόλαυσής του και στην ύπαρξη μιας ασυνείδητης ενοχής, η οποία φαλκιδεύει το συνεχώς αυτοτιμωρούμενο υποκείμενο. Το αντικείμενο της αγάπης στην περίπτωση αυτή υπήρξε μεν παρόν, επέζησε των επιθετικών ενορμήσεων του υποκειμένου, αλλά παρέμεινε χωρίς προσωπική χαρά και απόλαυση. Ενα αντικείμενο, για το οποίο ο ερχομός του υποκειμένου στον κόσμο δεν απετέλεσε πηγή ικανοποιήσεων, αλλά απαρέσκειας και δυσφορίας.

Ο ηθικός μαζοχισμός αποτελεί αντικείμενο συστηματικής ψυχαναλυτικής μελέτης∙ μας προειδοποιεί όμως ο Freud ταυτόχρονα για μια ιδιαίτερη δυσκολία: να εκδραματιστεί μέσα στην ψυχοθεραπεία κατά έναν τρόπο παράδοξο, να κινδυνεύσει δηλαδή ο άρρωστος με την καταθλιπτική προσωπικότητα από την ίδια τη βελτίωσή του και να υποτροπιάσει τη στιγμή ακριβώς εκείνη που η ζωή του πάει να φτιάξει, τη στιγμή ακριβώς που δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να απολαύσει και να επιτύχει και να αγαπηθεί.

Στον βαθμό που ο θεραπευτής καταφέρνει να αντέξει τις ματαιώσεις της θεραπείας, που δεν είναι παρά αποτέλεσμα της επιθετικότητας εκ μέρους των δύο συμβαλλομένων πλευρών, στον ίδιο βαθμό μπορεί να προχωρήσει στην αποκάλυψη της δυσλειτουργίας της πρωταρχικής σχέσης, που ο άρρωστος εγκατέστησε με το αντικείμενο.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία εκτυλίσσεται έτσι ομαλά και οι ίδιες οι συμβαίνουσες οπισθοδρομήσεις, να γυρίζει κανείς προς τα πίσω, έρχονται να βοηθήσουν την κατανόηση και την ψυχική αλλαγή, την αναίρεση της καταθλιπτικής σχέσης με το αντικείμενο.

Συνοψίζοντας, υπάρχει μια σχέση τραυματική στην αρχή της ζωής, όταν ξεκινάει η ψυχική και σεξουαλική ανάπτυξη του βρέφους. Εκεί συμβαίνει κάτι πραγματικά τραγικό και τραυματικό. Μια μάνα δείχνει εξαιρετική αδιαφορία, μια δυσφορία και μια δυσανεξία απέναντι στο βρέφος, το οποίο κρατάει στην αγκαλιά της και βυζαίνει τον μαστό της. Σε αυτόν τον μαστό το παιδί δεν αντιλαμβάνεται όχι μόνο την τροφή, αλλά και την φροντίδα της αγάπης.

Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας της κατάθλιψης. Αυτό το αποτύπωμα μέσα στην ψυχή του παιδιού με τα χρόνια, με τα συμβάντα της προσωπικής ιστορίας κατά τη διάρκεια της εφηβείας –και ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι η εφηβεία έχει δύο τρομακτικά μειονεκτήματα∙ το πρώτο τρομακτικό μειονέκτημα είναι ότι κρατάει για μεγάλο χρονικό διάστημα, το δεύτερο τρομακτικό μειονέκτημα είναι ότι πλουτίζεται από φαντασιώσεις.

Η φαντασίωση είναι μια εικόνα, την οποία έχει το υποκείμενο μέσα στην ψυχή του, που συνιστά μια ιδιάζουσα ερμηνεία της πραγματικότητας, όπου η φαντασίωση ενδέχεται τις περισσότερες φορές να μην ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Κυριότατα όμως, η φαντασίωση εμπεριέχει μια επιθυμία, η οποία μπορεί να έχει ένα πρόσημο συν, ή ένα πρόσημο πλην.

Στο τέλος της εφηβείας, όταν το υποκείμενο υποχρεώνεται να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, μεταφορικά, και να βγει στη ζωή, να αναλάβει την προσωπική του ευθύνη, να επιλέξει ένα επάγγελμα, να επιλέξει φίλους, να κοινωνικοποιηθεί, να επιλέξει ένα αντικείμενο σπουδών στο οποίο θα αποθέσει την επιθυμία του, να επιλέξει ένα πρόσωπο με το οποίο θα έχει ερωτική σχέση, εκεί πραγματικά αναδύεται το παλαιόν τραύμα, αυτή η παλιά δυσφορία, αυτή η δυσαρέσκεια ή απαρέσκεια, την οποία εξέφρασε το μητρικό αντικείμενο. Και τότε το υποκείμενο περιπίπτει σε μια βαθιά κατάθλιψη.

Εάν η κατάθλιψη εμφανιστεί στα νεότερα χρόνια, δηλαδή κατά τη διάρκεια της εφηβείας, ιδιαίτερα μέχρι τα δεκαπέντε, τότε μιλάμε για μια άλλη κατηγορία καταθλιπτικής συνδρομής, η οποία συνάπτεται με ψυχωσικά φαινόμενα, όπου το κύριο χαρακτηριστικό δεν είναι η κατάθλιψη, αλλά η ψύχωση και η ψύχωση συνιστά μια διάσπαση, μια αποσύνθεση της ψυχικής δομής του υποκειμένου.