Tου Μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

«Αύτη εστιν η αιώνιος ζωή,

ίνα γινώσκωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν

και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν».

(Ιωάννου ιζ’, 3 ίδε και Α’ Ιωάννου ε’,11)

Θα ήταν αφόρητη δυστυχία η ανθρώπινη ζωή, ο άνθρωπος με τις εκπληκτικές διανοητοψυχικές και πνευματικές του δυνάμεις, να περιορίζεται μέσα στα στενά και βραχέα όρια του ρέοντος χρόνου, περίπου ενός αιώνα, διαβίωσής του στη γη και μετά να ερχόταν η ανυπαρξία του, η διάλυση του είναι του, η εκμηδένισή του. Τι θα ωφελούσαν οι αγώνες του στη μικρή αυτή γήινη διαδρομή του, με τις θλίψεις, με τις πικρίες, με τις αγωνίες, με τις προσπάθειες, με τις αδικίες, με τις αρρώστιες, με τις διάφορες καταστροφές και με τα τόσα άλλα αμέτρητα λυπηρά, με, απέναντι σε όλα αυτά, ελάχιστες, ατελείς και μετρημένες πραγματικές χαρές και απολαύσεις;

Η αθανασία, η αιώνια ζωή, λύνει το υπαρξιακό πρόβλημα του ανθρώπου κι απαντά στο δίλημμα, στο αδιέξοδό του και στο ασύμφορο της ζωής του. Και η αιώνια ζωή είναι η Γνώση του Θεού και του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

Στον παρόντα περιορισμένο φυσικό κόσμο, η γνώση γενικά είναι θεμελιώδες και μοναδικό χάρισμα του ανθρώπου και γνώρισμα. Και ο άνθρωπος είναι «το μέτρον πάντων χρημάτων» κατά τους αρχαιοέλληνες προγόνους μας. Ο διφυής άνθρωπος με το σώμα του και με την ψυχή του. Στο Χριστιανικό βίωμα ο άνθρωπος «προσδοκά ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Πρότυπο της αιώνιας ζωής του ανθρώπου είναι ο ιστορικός Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, που με αθάνατη ψυχή και σώμα, ανανεωμένο μετά την Ανάστασή Του, με άφθαρτο πνευματικό σώμα, εφανερώθηκε εννέα φορές σε μαθητές και μαθήτριές Του και που έμπαινε κι έβγαινε «των θυρών κεκλεισμένων» και που έπειτα μ’ αυτό Αναλήφθηκε στους ουρανούς. Τι παρήγορο, αλλά συγχρόνως και ιστορικό πρότυπο αθανασίας στον Χριστιανισμό, η αθάνατη διάρκεια του ανθρώπου, ακέραιου και με την ψυχή του και με το σώμα του!Καθώς και η πορεία της χωρίς τέλος πνευματικής εξέλιξης του κάθε βιωματικού και γενικά του κάθε σωζόμενου πιστού στην είσοδο της βαθμιαίας Γνώσης του Θεού, της Θεωρίας του Θεού, της Θεοπτίας, της Μέθεξης, της αγαπητικής Κοινωνίας, που κι απ’ αυτόν τον κόσμο χαρίστηκε απ’ την αγάπη του Θεού σε αρκετούς, όπως π.χ. στον Απόστολο Παύλο, «αναβάντα μέχρι τρίτου ουρανού και ακούσαντα άρρητα ρήματα» (Β’ Προς Κορινθίους ιβ’, 4), και σε πολλούς άλλους.

Η Γνώση του Θεού, αυτή που σπέρνεται κι αρχίζει από ετούτο τον κόσμο σαν βίωμα Χριστιανικό, λαμβάνεται και χαρίζεται σαν «οικία του Πατρός», στον Παράδεισο, στη Βασιλεία του Θεού, που αρχίζει από την παρούσα ζωή σαν στράτευση και καταλήγει στον ουρανό σαν έπαθλο για τον καθένα, τόσον όσο μπορεί αυτός και αξίζει να τη δέχεται και να την οικειοποιείται. Και εκείνη η απόκτηση ορίζεται από τα λόγια του Χριστού της υπέρφαντης Αγάπης, που είπεν «εν τη Οικία του Πατρός μου Μοναί πολλαί εισιν» (Ιωάννου ιδ’, 2). Ολα δε αυτά, σε χρόνο ατέρμονα και αιώνιο, θα αποκτώνται από τον καθένα, στους νοητούς αυτούς χώρους, μεταφυσικά, υπερβατικά, με διατήρηση αιωνίως και ατελευτήτως στην ακέραια, μάλλον δε τελειοποιημένη, μορφή της προσωπικότητάς του, με την ψυχή και με το τέλειο σώμα Του, χωρίς τον φόβο του φτασίματός Του σε κάποιο τέλος, που θα ήταν πέρας η κόρος, γιατί η αληθής και απόλυτη Γνώση των Βαθέων του Θεού, είναι δυνατότης μόνον του Αγίου Πνεύματος (Α’ Προς Κορινθίους β’,10).

Αλλ’ αυτή η βαθμιαία αποκτώμενη, από τον άνθρωπο, Γνώσητου Θεού, Γνώση των μυστηρίων και της φωτοχυσίας της Θεότητας, χωρίς τέλος, είναι η ασίγαστη και ατέλευτη πρόοδος και άνοδος του ανθρώπου, είναι η παρηγοριά του και το μόνο αντιστάθμισμα στην πρόσκαιρη παρούσα ζωή, είναι η καταξίωσή του, είναι ο πραγματικός προορισμός του, που κατευθύνεται από το Πανάγιο Πνεύμα, για να γνωρίσει (με πλήρη και τέλεια την προσωπικότητά του και την ανθρώπινη υπόστασή του) και να εμβαθύνει ασταμάτητα και να γνωρίζει με άφατη και αταλάντευτη αγαλλίαση «τον μόνον αληθινόν Θεόν» και τον απεσταλμένο Θεάνθρωπον Ιησού Χριστό, μέσα σε επίσης ατελεύτητη δοξολογία.

Αντίθετα, όμως, Αλλοίμονο! Το χάσιμο των πάρα πάνω από τον άνθρωπο είναι ο πνευματικός του θάνατος, η στέρηση της Γνώσης του Θεού, η πνευματική του καταδίκη, η αιώνια Κόλασή του, η αδυναμία Κοινωνίας δηλαδή επικοινωνίας του με τη Θεότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα που απηύθυναν κάποτε στον Ιησού, «τις άρα δύναται σωθήναι» (Ματθαίου ιθ’, 25), μπορεί να ερωτηθεί και σήμερα με τη διατύπωση, τι θα γίνουν τόσοι και τόσοι έξω από τη χάρη της Εκκλησίας, τόσοι αιρετικοί αλλόθρησκοι, άθεοι και άθρησκοι, θα μπορούσε να είναι η ίδια που έδωσε ο Ιδιος ο Χριστός «ουχ υμών έστιν γνώναι χρόνους ή καιρούς ούς ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξεων α’, 7) διότι «τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις, δυνατά εστι παρά τω Θεώ», (Λουκά ιη’, 27) και ακόμη, η έννοιά του ότι «ουκ αδυνατήση παρά τω Θεώ παν ρήμα» (Λουκά α’, 37).